lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δέρνω

Λεξικό: αγγλικά δέρνω
Μεταφράσεις: beat, clobber, defeat, conquer, overcome, overpower, subdue, trounce, bang, box, bump, butt, hammer, hit, hurtle, impinge, knock, pluck, poke, slap, smite, strike, bash, batter, beaten, blaze, cetacean, decay, demolish, pelt, pound, slash, slog, thump, whack
δέρνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bít, klepat, mlátit, naklepat, porážet, porazit, šlehat, tlouci, vyklepat, namlátit, potírat, potřít, překonat, překonávat, přemoci, zbít, zmlátit, zvítězit, bacit, bouchat, bouchnout, klepnout, napadat, napadnout, narážet, narazit, plácnout, plesknutí, postihnout, praštit, překvapit, ranit, seknout, tlouct, třísknout, udeřit, uhodit, vrážet, zabouchat, zachvátit, zaklepat, zasáhnout, zasahovat, zranit, beranit, upadat
δέρνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brechen, schlagen, besiegen, bewältigen, bezwingen, übersteigen, überwinden, anprallen, anschlagen, aufschlagen, hauen, klopfen, prügeln, stoßen
δέρνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: mishandle, nedslå, rundjule, slå, erobre, overvinde, banke, dunke
δέρνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: barrer, batir, derrotar, latir, pelearse, vencer, chocar, fajar, golpear, herir, pegar, plantar, topar, topetar, caer, derribar, derrumbar
δέρνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amocher, battre, meurtrir, combattre, escalader, forcer, surmonter, vaincre, attaquer, baffer, choquer, fesser, frapper, heurter, percute, percuter, taper, télescoper, crouler
δέρνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bastonare, battere, pestare, picchiare, sconfiggere, debellare, passare, sormontare, superare, vincere, bussare, colpire, cozzare, investire, percuotere, urtare
δέρνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mishandle, misshandla, nedslå, rundjule, slå, erobre, banke, dunke, hogge, støta, dunka
δέρνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: misshandla, nedslå, slå, stöta, dunka, prygla
δέρνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrah, mund
δέρνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jyskyttää, voittaa, hakata, iskeä, sivaltaa, kolhia
δέρνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: legyőzni, megver, megverni, ütni, verni, megütni
δέρνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: derrotar, latir, vencer, acertar, bater, chocar, golpear, maçar, malhar, pegar, percutir, topar
δέρνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pobić, pokonywać, uderzać, walić
δέρνω στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: одолевать, осиливать, побеждать, преодолевать, приударять, ударять, ушибать, валить, колотить, стукать
δέρνω στα ρωσικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tući
δέρνω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bate, izbi, lovi
δέρνω στα ρουμανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: валіць, звальваць, калаціць, трэсці
δέρνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: peksma
δέρνω στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, валити, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, вкидати, вкинути, загорода, зріз, калатайте, калатати, кидати, кидок, кинути, колотися, колотити, косити, метати, обстріл, переверніться, побийте, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, уступ, фасон, фунт, хутро, шити
δέρνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

δέρνω τα παιδιά μου, δέρνω συνώνυμα, δέρνω το παιδί μου, δέρνω τη γυναίκα μου