lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δέρμα

Λεξικό: αγγλικά δέρμα
Μεταφράσεις: complexion, darn, skin, sheepskin, hull, husk, nutshell, peel, pod, rind, scale, shell
δέρμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kožka, kůra, kůže, kůžička, pleť, pokožka, slupka, kožešina, kožich, domeček, domek, krunýř, lastura, mušle, plášť, skořápka, ulita
δέρμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fell, gesichtsfarbe, haut, teilzeichenfolge, teint, pelz, hülse, pelle, schale, schiffskörper, schiffsrumpf
δέρμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hud, skind, teint, pels, skinne, bark, granat, skal, skala
δέρμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cutis, piel, tez, zamarra, cáscara, corteza, hollejo, pellejo
δέρμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: carnation, épiderme, peau, rentraiture, teint, fourrure, mouton, touloupe, coque, coquille, écale, épluchure, pelure, test, zeste
δέρμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: carnagione, cute, epidermide, pelle, buccia, conchiglia, guscio, scorza
δέρμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ansiktsfarge, hud, hudfarge, teint, pels, skinn, granat, skal, skala, skall, skolm
δέρμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кожа, дубленка, дублёнка, кожух, полушубок, тулуп, шкура, кожура, скорлупа, шелуха
δέρμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hud, fårskinnspäls, skinn, fnas, granat, skal, skala
δέρμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lëkurë, guaskë
δέρμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кожа
δέρμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: скура, кажух, лупіна, шалупінне
δέρμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nahk
δέρμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hipiä, iho, kuori, talja
δέρμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: koža
δέρμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: arcbőr, arcszín, bőr, szín, bunda, csigaház, gubó
δέρμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: oda
δέρμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cútis, pele, tez, casca, crosta, hospedo, pelejo
δέρμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: koža
δέρμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: заховати, заховувати, лушпиння, обстріл, переховати, переховувати, поховати, приховати, приховувати, сховати, сховатися, сховище, ховати, ховатися, шкіра, банджо, житло, кожух, поратися, риза, справитися, справлятися, упаковка, упоратися, управитися, шкура, градація, зрізування, кора, луска, лушпайка, лушпина, лущити, лущитися, масштаб, підніматися, піднятися, розмір, стручок, ступінь, шкала, шкірка
δέρμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cera, kożuch, łupina
δέρμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δέρμα με το μέτρο, δέρμα νάπα, δέρμα στις φλόγες, δέρμα αγορά, δέρμα σαμουά, δέρμα ακμή aknof, δέρμα σεβρώ, δέρμα saffiano, δέρμα βακέτα, δέρμα τελατίνι