lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δέος

Λεξικό: αγγλικά δέος
Μεταφράσεις: anxiety, apprehension, awe, concern, fear, hang-up, misgiving, bogey, bogy, dread, fright, funk, golliwog, scare, terror, affright, alarm
δέος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bázeň, chápání, nejistota, obava, pochyba, pochybnost, starost, strach, úzkost, úzkostlivost, zajištění, zatčení, děs, hastroš, hrůza, poděšení, postrach, strašák, teror, úděs, úlek, zděšení, alarm, leknutí, obavy, poplach, znepokojení
δέος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angst, ängstlichkeit, befürchtung, besorgnis, furcht, sorge, bammel, entsetzen, erschrecken, graus, schauer, schreck, schrecken, terror, alarm
δέος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ængstelse, angst, forskrækkelse, frugten, frygt, skræk, sorg, gru, otte, rædsel, sky, alarm
δέος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aprehensión, aprensión, cuidado, desasosiego, duda, miedo, recelo, susto, temor, espanto, horror, pánico, pavor, terror, alarma, angustia, ansiedad, congoja
δέος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: angoisse, anxiété, appréhension, crainte, doute, peur, soin, affres, croque-mitaine, déterreur, effroi, épouvantai, épouvantail, épouvante, frayeur, frousse, horreur, pétoche, phobie, suée, terreur, transe, trouille, venette, alarme
δέος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: angoscia, ansia, paura, sgomento, spavento, timore, fifa, terrore, allarme
δέος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: angst, engstelse, frukta, frukten, frykt, forskrekkelse, fugleskremsel, gru, otte, redsel, skrekk, skremsel, sky, alarm
δέος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: забота, испуг, опасение, опаска, страх, ужас, тревога, тревожность
δέος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ångest, ängslan, befara, bekymmer, farhåga, frukta, fruktan, oro, rädsla, skräck, skrämsel
δέος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: frikë, kushtrim
δέος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: страх, ужас, тревога
δέος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kartma, ehmatus, hirm, terror
δέος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäily, epävarmuus, pelästys, pelko, hirveys, kammo, kammottava, kauhu, terrori, ahdistus, hälytys, hätäily, levottomuus
δέος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bojazan, strah, teror
δέος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aggály, aggódás, félelem, kételkedés, rettegés, ijedelem, ijedség, rémület, aggodalom, riadalom, riadó, riasztóberendezés
δέος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: baimė, išgąstis, baisumas
δέος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cuidado, medo, recebo, receio, susto, temor, zelo, espanto, horror, miado, pavor, terror, alarma, alarme, angustia, rebate
δέος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: frică, teamă, alarmă
δέος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: strach
δέος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obawa, strach, trwoga
δέος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: страх, непакой, трывога
δέος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: teror
δέος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жах, жахати, жахніть, залякування, паніка, переляк, страх, страхати, терор, тремтіння, агітація, бажання, заворушення, занепокоєння, незручність, порушення, тривога, турбота, хвилювання
δέος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

δέος ετυμολογία, δέος συνώνυμα, δέος λεξικό, δέος συνώνυμο, δέοσ παράγωγα, δέος ασοεε, δέοσ in english, δέος σημαίνει, δέος σημασία, δέος στα αγγλικά