lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δάσος

Λεξικό: αγγλικά δάσος
Μεταφράσεις: boron, forest, sylvan, wood, woodland, woodsy, woody
δάσος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bór, dřevo, dříví, lesní
δάσος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bor, forst, gehölz, holz, wald, hölzern
δάσος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bor, skov, træ, trevirke, ved
δάσος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: boro, arbolado, bosque, madera, monte, selva, forestal, silvestre
δάσος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bore, bois, forêt, foręt, pinède, bocager, forestier, lignicole, sylvain, sylvestre, tétras
δάσος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: boro, bosco, foresta, legna, legname, legno, selva, forestale, selvatico
δάσος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bor, barskog, skog, trevirke
δάσος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бор, лес, дерево, лесной
δάσος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bor, barrskog, skog
δάσος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pyll, dru
δάσος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: гора
δάσος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адусюль, бор, дрэва, лес
δάσος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: boor, mets, puit, puu
δάσος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: boori, metsä, metsikkö, puu, puuaine, metsäinen
δάσος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bor, šuma
δάσος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bór, fenyőerdő, erdei, erdő
δάσος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: boras, miškas, medis
δάσος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: boro, bosque, floresta, lenha, madeira, mata, monte, pau, selva, furona
δάσος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pădure, lemn
δάσος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: gozd
δάσος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бор, набридати, набриднути, нудьга, обридати, отвір, свердлити, свердловина, свердлувати, лісистий, лісний, лісній, лісною, лісовий, лісовій, лісової, лісовою
δάσος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bor, leśny
δάσος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δάσος δαδιάς, δάσος συγγρού, δάσος θέρετρον, δάσος φρακτού, δάσος κουρί, δάσος σέιχ σου, δάσος φολόης, δάσος χαιδαρίου, δάσος στροφυλιάς βικιπαιδεια, δάσος του ρούβα