lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γυναίκα

Λεξικό: αγγλικά γυναίκα
Μεταφράσεις: woman, dame, female, femme, mama, missus, marchioness, wife
γυναίκα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: žena, dáma, paní, ženština, choť, manželka, ženuška
γυναίκα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: frau, weib, weibchen, frauenzimmer, ehefrau, ehegattin, gattin, gemahlin
γυναίκα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kone, kvinde, dame, fru, frue, hustru, viv
γυναίκα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mujer, gachí, hembra, esposa
γυναίκα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: femme, bacchante, borgnesse, dame, doctoresse, gonzesse, gourgandine, houri, lorette, ministresse, moukère, nymphe, parturiente, pimbêche, précieuse, théâtreuse, baillive, bonne, boucher, dauphine, épouse, intendante, maharaja, mairesse, matelote, pairesse, palatine, perruquière, surintendante
γυναίκα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: donna, dama, moglie, sposa
γυναίκα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kvinne, dame, kone, kvinnfolk, fru, frue, hustru, maka, viv
γυναίκα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: женщина, жена, женка, жёнка
γυναίκα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: grua
γυναίκα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: жена, съпруга
γυναίκα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: naine
γυναίκα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nainen, vaimo
γυναίκα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: žena, supruga
γυναίκα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: asszony, nő, hitves
γυναίκα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: moteris, žmona
γυναίκα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mulher, esposa
γυναίκα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: žena, soproga
γυναίκα στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jejmość, kobieta, niewiasta, żona
γυναίκα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kvinnfolk, kvinnlig, fru, hustru, kone, maka, vivo
γυναίκα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жанчына, зона, жонка
γυναίκα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баба, дівча, дівчина, дівчинка, жінка, жіночий, зона, область, площа, район, більша, дружина, індіанка, краща, краще, кращий, ліпший, помічник, султанша
γυναίκα στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: žena
γυναίκα στα σλοβακική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: soţie
γυναίκα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

γυναίκα σκορπιός, γυναίκα κριός, γυναίκα αιγόκερως, γυναίκα δίδυμος, γυναίκα υδροχόος, γυναίκα καρκίνος, γυναίκα τοξότης, γυναίκα καββαδίας, γυναίκα περιοδικό, γυναίκα παρθένος