lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γυμνός

Λεξικό: αγγλικά γυμνός
Μεταφράσεις: absolute, bare, blank, chaste, clean, clearer, fine, limpid, natty, neat, net, orderly, pure, purge, sanitary, sheer, snowy, solid, spick, spotless, spotlessly, straight, tidied, tidy, unalloyed, virginal, naked, nude, gaunt, unclothed, unclothe, uncover, emptiest, empty, hollow, null, slack, vacant, vain, void, waste
γυμνός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čistý, cudný, holý, jasný, nefalšovaný, netto, obnažený, pravý, průsvitný, průzračný, ryzí, nahatý, nahota, nahotina, nahý, neizolovaný, objevit, obnažit, odhalit, bezobsažný, díra, dutina, dutý, liduprázdný, mezera, nicotný, odhalený, opuštěný, poušť, prázdnota, prázdný, pustý, vpadlý, vyhloubený, vykotlaný
γυμνός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akkurat, bloß, deutlich, frisch, gediegen, genau, hell, keusch, klar, lauter, nett, pur, rein, reinlich, reproduzierbar, sauber, säuberlich, schier, züchtig, blank, entblößen, kahl, nackt, bloßstellen, enthüllen, gehaltlos, hohl, inhaltslos, leer, leeren, öde, taub, wüst
γυμνός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: absolut, ærbar, blank, klar, kysk, lødig, lys, nøgen, proper, pur, ram, ren, bar, snu, opdage, forfængelig, hul, lens, øde, tom
γυμνός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aseado, calvo, cándido, casto, claro, curioso, fino, límpido, limpio, lúcido, mero, mondo, neto, nítido, pulcro, puro, seco, terso, virginal, corito, desnudo, encuerado, pelado, denudar, desabrigar, descubrir, desnudar, desierto, hueco, vacante, vacío, vacuo, vano, yermo
γυμνός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chaste, clair, dénudé, éthéré, lampant, monde, net, propre, puceau, pur, sec, vierge, nu, découvrir, dénuder, dépouiller, caverneux, creux, désert, éventé, frivole, plis, vide, yeux
γυμνός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: casto, chiaro, limpido, lindo, mero, netto, pulito, puro, terso, brullo, disadorno, nudo, denudare, deserto, incavato, vacuo, vano, vuotaggine, vuoto
γυμνός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ærbar, blank, ekte, glassklar, klar, kysk, lødig, lys, proper, pur, ram, ren, bar, blott, kal, naken, snau, blotta, forfengelig, hul, lens, øde, ødslig, tom
γυμνός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аккуратный, голый, девственный, опрятный, прозрачный, целомудренный, чист, чистый, ясный, обнажать, оголять, дупло, незанятый, порожний, пробельный, пуст, пустоватый, пустой, пустотелый, свободный, фразерский, фразёрский
γυμνός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ärbar, glassklar, klar, kysk, lödig, proper, pur, ram, ren, renlig, snygg, bar, blott, kal, naken, blotta, nödtorftig, andefattig, blank, ihålig, intetsägande, lens, öde, ödslig, tom
γυμνός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чисты, чысты, ясни, голы, вынімаць, раскрываць, парожні, пусты
γυμνός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paljas, tühi, vooruslik, alasti, õõs
γυμνός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alaston, havainnollinen, kirkas, läpinäkyvä, netto, puhdas, selvä, siisti, siveä, paljas, paljastaa, asumaton, autio, kuoppa, ontelo, ontto, tyhjä, tyhjyys
γυμνός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čist, goli, nag, otkriti, prazan, šupalj
γυμνός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csupasz, tiszta, pucér, meztelen, hézag, puszta, sivatag, üreges, üres
γυμνός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aiškus, nuogas, plikas, švarus, tyras, drevėtas, duslus, tuščias, tuščiaviduris
γυμνός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absoluto, calvo, caseado, castiço, casto, continente, curioso, despido, fino, límpido, limpo, líquido, lúcido, mero, mondo, neto, nítido, nu, puro, seco, suevas, virginal, desnudo, pelado, descobrir, balada, cavidade, frívolo, fútil, sueco, vácuo, vago, vão, vazio
γυμνός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curat, goli
γυμνός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абсолютний, акуратний, бездоганний, білявий, воловий, гарний, живий, живіть, жити, значний, мешкати, натуральний, неабиякий, невинний, ненаписаний, непоганий, нефальсифікований, охайний, повнісінький, пожити, прекрасний, приємний, проживати, простий, прямий, русявий, світлий, спокусіть, справедливий, справжній, справжнісінький, спритний, старовинний, суворий, цілковитий, цнотливий, чепурний, чесний, чималий, чистий, чіткий, явний, ярмарок, ясний, голий, грубий, незахищений, необроблений, нестиглий, покидати, покинути, пустеля, роздягнений, роздягнутий, сирий, викласти, застелити, класти, накривати, накрити, оголіть, оголювати, покладати, покласти, положення, положити, постелити, роздягніть, стелити, балакучий, безхарактерний, вакантний, веселий, вільний, вітряний, вогник, газоподібний, даремний, дитячий, дупло, засвітити, здутий, легкий, легковажний, марний, намилений, незайнятий, нікчемний, освітити, пароподібний, пінистий, повітряний, порожній, порожньої, порожньою, пузирчастий, пустий, пустій, пустої, пустою, світло, скрипка, тривіальний, щоденний
γυμνός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czysty, goły, nagi, obnażać, pusty
γυμνός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: gol
γυμνός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nahý
γυμνός στα σλοβακική »