lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γυαλίζω

Λεξικό: αγγλικά γυαλίζω
Μεταφράσεις: blaze, flare, glance, glare, gleam, glint, glisten, glister, glitter, glow, lighten, shine, twinkle, polish, sleek, smooth, stroke, shimmer, star, buff, burnish, furbish
γυαλίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hořet, jiskřit, mžikat, osvětlit, osvětlovat, osvítit, plápolat, svítit, třpytit, vyleštit, zářit, zasvitnout, hladit, leštit, naleštit, pilovat, uhladit, urovnat, vybrousit, vypilovat, zjemnit
γυαλίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: blitzen, funkeln, geglitzert, glänzen, glitzern, leuchten, schimmern, spiegeln, strahlen, glätten, polieren, streicheln, flimmern, geblinkt, putzen
γυαλίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blinke, flimre, glans, glimre, glitre, prange, skinne, glimte, bone, polere, pudse
γυαλίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alumbrar, brillar, centellear, chispear, destellar, fulgurar, lucir, relampaguear, relucir, relumbrar, resplandecer, alisar, limar, pulimentar, abrillantar, acicalar, bruñir, limpiar, lustrar, pulir
γυαλίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: briller, éclairer, étinceler, fanfrelucher, luire, reluire, resplendir, rutiler, scintiller, aligner, astiquer, calandrer, limer, lisser, planer, polir, poncer, raboter, brasiller, miroiter, brunir, cirer, débrutir, doucir, fourbir, lustrer, peigner, chatoyer
γυαλίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: brillare, lampeggiare, luccicare, rilucere, risplendere, splendere, levigare, lisciare, brunire, lucidare
γυαλίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blinke, flimre, glans, glimre, glioma, glitre, lysa, prange, skinne, stråle, stryke, glimte, bone, polere, pusse, slipe
γυαλίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: блестеть, блистать, выглаживать, поглаживать, сверкать, полировать, поблёскивать
γυαλίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blänka, blixtra, glans, glänsa, glimma, lysa, skina, avjämna, jämna, släta, polera, putsa
γυαλίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkëlqej
γυαλίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бліскаць, ззяць, зіхацець, гладзіць, прасаваць, паліраваць
γυαλίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: läikima
γυαλίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: helottaa, hohtaa, kiiltää, kiilua, kumottaa, kuumottaa, loistaa, paistaa, kiillottaa, silittää, tasoittaa, kajastaa
γυαλίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sjati
γυαλίζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csillogni, ragyogni, löket
γυαλίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brilhar, centelhas, fulgir, fulgurar, luzir, relampaguear, relembrar, resplandecer, alisar, limar, polir, brunir, pulmonar
γυαλίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блиск, блищати, випрасувати, гладенький, гладити, гладкий, давити, долоня, надавити, натиснути, пальма, плавний, прасувати, прес, преса, рівний, стиснути, тиснути, вирівняйте, відполірувати, відшліфувати, коліна, начистити, погляд, пола, полірувати, польський, раунд, хлебтати, чистити, шліфувати
γυαλίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: błyszczeć, gładzić, lśnić, polerować, połyskiwać
γυαλίζω στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: blizginti, poliruoti
γυαλίζω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

γυαλίζω ασημικά