lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γραμμή

Λεξικό: αγγλικά γραμμή
Μεταφράσεις: accent, dash, hyphen, line, mark, stripe, stroke, virgule, coseismal, rule
γραμμή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čára, črta, linie, linka, pomlčka, pruh, řada, řádek, šik, škrt, spoj, tah, trať, vedení, značka, pořádek, pravidlo, pravítko, předpis, řehole
γραμμή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: linie, querstrich, streifen, strich, zeile, abstammung, herkunft, lineal, mal, regel, strecke
γραμμή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bindestreg, drag, linie, linje, streg, blod, lineal, regel, strik
γραμμή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: guión, línea, rasgo, ratonera, raya, trazo, linaje, regla
γραμμή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: coche, ligne, raie, tiret, trait, ascendance, banda, flottaison, hélice, machine-transfert, pointillé, programme, quenouille, règle
γραμμή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lenza, linea, lineetta, riga, rigo, trattino, tratto, massima, precetto, regola, righello
γραμμή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bindestrek, drag, linje, strek, strekk, linjal
γραμμή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: линия, удар, черта, черточка, чёрточка, линейка, правило, происхождение, штрих
γραμμή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: drag, streck, linje
γραμμή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vijë, rregull
γραμμή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: линия, правило
γραμμή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лінія, рыса
γραμμή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: joon
γραμμή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajatusviiva, juova, linja, raita, rivi, sarja, uurre, viiru, viiva, sääntö
γραμμή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ékezet, gondolatjel, vonal, vonalka, vonás, viszonylat, vonalzó
γραμμή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: brūkšnys, linija, liniuotė, norma, taisyklė
γραμμή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estria, faixa, fio, línea, linha, raia, rasgo, risca, traço, fécula, hiberna, preceito, regra, régua, tónica
γραμμή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vrstica
γραμμή στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bar
γραμμή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блідий, вишикувати, вишикуватися, генеалогія, зблідлий, зморшка, колія, кульки, лінія, обрис, простежити, простежувати, риса, риска, ряд, слід, спогад, спомин, тьмяний, тягнутися, удар, черга, чорта, шотландці, лінійка, ніжка, нога, правитель, протез, штанина
γραμμή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kreska, linia
γραμμή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

γραμμή ζωής, γραμμή μαζινό, γραμμή μετρό, γραμμή εντολών, γραμμή 4 μετρό, γραμμή 2 μετρό, γραμμή τραμ, γραμμή καταναλωτή, γραμμή μεταξά, γραμμή θηλασμού