lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γρήγορος

Λεξικό: αγγλικά γρήγορος
Μεταφράσεις: acute, astute, brainy, bright, clever, cute, incisive, keener, luminous, mercurial, nimble, penetrating, perspicacious, quick, quick-witted, rapid, sagacious, sharp, sharp-witted, shrewd, smart, spry, swift, versatile, witty, blitz, instant, quicker, fast, snappy, speed, expedite, expeditious, hasty, presto, prompt, ready, speedy, torrential, active, alive, animate, bouncing, brisk, crisp, crispy, gay, high, high-spirited, live, lively, livestock, living, mobile, sprightly, tableau, vivacious, vivid, warm
γρήγορος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bystrozraký, bystrý, chytrý, čilý, čiperný, duchaplný, důvtipný, hbitý, inteligentní, jasný, jemný, lstivý, mrštný, příkrý, prudký, rychlý, šikovný, spádný, vtipný, zchytralý, živý, okamžitý, rychle, kvapný, ukvapený, aktivní, bujarý, bujný, činný, křepký, ostražitý, radostný, svěží, účinný, veselý, vytrvalý, žijící
γρήγορος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufgeweckt, behände, geistreich, hurtig, intelligent, klug, rasch, reißend, scharfsinnig, schlau, schnell, augenblicklich, blitzschnell, baldig, geschwind, hastig, schleunig, fix, flink, flott, prompt, aktiv, fröhlich, heiter, lebend, lebendig, lebhaft, lustig, munter, rege, vergnügt, wirksam
γρήγορος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blank, dreven, fiks, flink, gløgg, hurtig, intelligent, ivrig, kvik, list, livlig, lur, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, vittig, fart, fort, hastig, hurtigt, snar, byråd, ekspeditte, has, kvikke, tvær, aktiv, alert, glad, kry, levende, lystig, munter, valken, virksom
γρήγορος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agudo, astuto, despejado, inteligente, ligero, lince, listo, perspicaz, pronto, rápido, sagaz, veloz, vivo, instantáneo, aprisa, deprisa, presto, arrebatado, diligente, expedito, impetuoso, suelto, activo, alarma, alegre, alerta, animado, caluroso, despabilado, despierto, expresivo, vívido, viviente
γρήγορος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astucieux, intelligent, perspicace, sagace, torrentueux, fulgurant, instantané, rapide, preste, prompt, rapidement, vite, accéléré, cursif, expéditif, fréquent, précipité, véloce, vif, actif, alerte, allègre, brusque, déluré, dératé, dispos, émerillonné, fringant, gai, mouvementé, mutin, pétulant, remuant, sémillant, vivace, vivant
γρήγορος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agile, astuto, celere, dolere, frizzante, impetuoso, intelligente, lepido, perspicace, rapida, rapido, sagace, sollecito, spiritoso, sveglio, svelto, vivo, istantaneo, presto, precipitoso, veloce, allarme, allegro, arzillo, attivo, giocondo, lieto, vivace, vivente
γρήγορος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akutt, blank, fiks, flink, gløgg, hurtig, ivrig, kvikk, list, livlig, lur, oppvakt, rapp, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, snøgg, spirituell, væska, vittig, fart, fort, hastig, snabb, snar, byråd, ekspeditt, has, kjapp, tvær, aktiv, alert, bevegelig, glad, kick, kry, levende, livaktig, lystig, munter, pigg, vaken
γρήγορος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: быстрый, догадлив, догадливый, зоркий, зорок, находчив, находчивый, остроумный, проницательный, скорый, смекалист, смекалистый, сметлив, сметливый, смышлен, смышленый, смышлёный, сообразителен, сообразительный, умный, мгновенный, молниеносен, молниеносный, активный, бойкий, жив, живой, оживленный
γρήγορος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: akut, blank, fiks, glögg, hurtig, ivrig, kvick, list, livlig, ljus, lur, rapp, skarp, slug, smart, värka, blixtlik, fart, fort, hastig, rask, snabb, bråd, flink, snar, tvär, aktiv, alert, käck, kry, levande, livaktig, munter, pigg, vaken, verksam
γρήγορος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бърз
γρήγορος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: быстры, кемлівы, кемны, цямлівы, шпаркі, шыбка, бойкі, жвавы, жывы, людны
γρήγορος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kiire, nutikas, vaimukas
γρήγορος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: älykäs, eloisa, heleä, henkevä, joutuisa, kipakka, koski, nopea, sukkela, viekas, vilkas, kerkeä, hätäinen, aktiivinen, elävä, hauska, hilpeä, ilmielävä, iloinen, kalsea, lennokas, liikkuva, pirteä, reipas, toimekas, toimiva, virkeä
γρήγορος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brz, duhovit, nagao, pametan, brzo, aktivan, radostan, veseo
γρήγορος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aranyos, éles, fürge, intelligens, okos, ravasz, sebes, szellemes, villámgyors, gyors, hirtelen, élénk, élő, friss
γρήγορος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: greitas, įžvalgus, sąmojingas, vikrus, spartus, aktyvus, gyvas, veiklus
γρήγορος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agudo, ardiloso, astuto, brusco, espirituoso, inteligente, listo, perspicaz, pronto, rabudo, rápido, sagaz, veloz, vivo, depreca, depressa, instantâneo, presto, diligente, expedito, impetuoso, activo, alarma, alegre, alerta, animado, caloroso, festivo, jovial, sentido, vívido
γρήγορος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: înţelept, activ, iute
γρήγορος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pameten, hitro
γρήγορος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бистрий, веселий, витончений, вогник, гладенький, гнучкий, гостра, гостре, гострий, дотепний, запалити, запалювати, засвітити, квапливий, кмітливий, легкий, літаючий, моторний, негайний, підказати, підказка, підказувати, поспішати, поспішний, похапливий, прудкий, прямий, ранковий, рівно, розумний, світлий, світло, скоро, слизький, спритний, телеграфний, терміновий, точно, тріскотіння, флот, флотилія, хутко, швидкий, швидко, окрилений, освітити, бадьорий, бадьористий, грайливий, графічний, дразливий, жартівливий, жвавий, живий, живій, живіть, живої, живою, жити, житловий, життєрадісний, життя, зухвалий, легенький, мешкати, мускулистий, наочний, пожити, проворний, проживати, розбиття, свіжий, характерний, юнацький, юний, яскравий
γρήγορος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bystry, błyskawiczny, prędki, szybki, wartki, żywy
γρήγορος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

γρήγορος συνώνυμο, γρήγορος browser, γρήγορος μεταβολισμός, γρήγορος μεζές, γρήγορος υπολογισμός φόρου 2012, γρήγορος υπολογισμός φόρου εισοδήματος 2013, γρήγορος μετασχηματισμός fourier, γρήγορος μουσακάς, γρήγορος θάνατος, γρήγορος άργος