lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γράσο

Λεξικό: αγγλικά γράσο
Μεταφράσεις: grease, gunk, tallow, husband, man, fat, lard, lubricant, lubricator, adipose, blubber, suet
γράσο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kolomaz, mastnota, mazadlo, omastek, sádlo, tuk, choť, manžel, muž, mastný, tlustý, tučný, mazivo
γράσο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fett, schmiere, ehemann, gatte, gemahl, mann, schmuck, schmalz, schweinefett, schweineschmalz, schmierfett, schmiermittel, schmierstoff
γράσο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fedt, pasta, talg, ægtemand, man, mand, fed, fedtstof, smult
γράσο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: grasa, unto, esposo, hombre, marido, varón, gordo, graso, manteca, lubricante, lubrificante, sebo, gordura
γράσο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brai, cambouis, graisse, époux, mari, assaisonnement, gras, saindoux, fart, lubrifiant, huile, lipome
γράσο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: grasso, untume, coniuge, consorte, marito, sposo, pingue, strutto, lubrificante
γράσο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fett, pasta, talg, ektefelle, ektemann, make, man, mann, flott, smult, smurning, hull
γράσο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мазь, муж, приправа, смалец, смазка, тавот, жирный
γράσο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pasta, make, man, flott, smet, fett, hull
γράσο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: мъж, съпруг, смазка
γράσο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мазь, дзеяч, чарапаха, шмалец, змазка, падмазванне
γράσο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abikaasa, mees, rasvane
γράσο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ihra, rasva, voide, aviomies, puoliso, ihrainen
γράσο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: muž, suprug
γράσο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: férj, háj, disznózsír, zsír, kenőcs, zsiradék
γράσο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tepalas, vyras, riebalai, riebus
γράσο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: graxa, pomada, unto, cônjuge, conjugue, esposo, marido, banha, gordo, gordura, grasno, lubrificante
γράσο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mož, soprog
γράσο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: manžel, tuk
γράσο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жир, мазь, помазання, муж, муже, помічник, чоловік, смалець, змазка, змащення, змащування
γράσο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: maź, okrasa, smalec, smar, tłuszcz
γράσο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

γράσο υψηλών θερμοκρασιών, γράσο χαλκού, γράσο λιθίου, γράσο σιλικόνης, γράσο αλυσίδας, γράσο θαλάσσης, γράσο γραφίτη, γράσο τιμή, γράσο στα ρούχα, γράσο ρουλεμάν