lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γουργουρίζω

Λεξικό: αγγλικά γουργουρίζω
Μεταφράσεις: growl, hum, mumble, murmur, mutter, purr
γουργουρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brblat, bručení, bručet, brumlat, bublání, bublat, hučet, huhlat, mručet, mumlat, příst, rachotit, reptání, reptat, šelestit, šepot, šum, šumět, šumot, vrčet, zamručet, zamumlání
γουργουρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brummen, gemurmelt, mucken, murmeln, murren, schnurren, spinnen
γουργουρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brumme, grine, knurre, male, mumle
γουργουρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mascullar, murmullo, murmurar, ronronear
γουργουρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: feuler, fredonner, grogner, grommeler, gronder, marmonner, marmotter, maronner, murmurer, ronronner
γουργουρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: borbottare, fusa, mormorare, ringhiare
γουργουρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: brumme, grine, male, mumla, mumle
γουργουρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мурлыкать
γουργουρίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knorra, mumla, muttra
γουργουρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: höpistä, hymistä, jupista, jyristä, kehrätä, mutista, surista
γουργουρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dörmögni, dorombol, morogni
γουργουρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: murmurar, zumbir
γουργουρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mruczeć
γουργουρίζω στα πολωνική »