lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γνώσεις

Λεξικό: αγγλικά γνώσεις
Μεταφράσεις: appreciation, awareness, consciousness, knowledge, mind, sense, art, cognizance, competence, competency, deep, expertise, know-how, knowing, learning, lore, scholarship, science, acquaintance, command, contact, fleeting, mastery
γνώσεις στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mínění, pocit, povědomí, poznání, smýšlení, uvědomělost, uvědomění, vědomí, vědomost, znalost, kompetence, nauka, věda, vědění, vědomosti, vzdělání, pravomoc, příslušnost, spojení, styk, známost
γνώσεις στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewusstheit, bewusstsein, kenntnis, wissen, erkenntnis, gelehrsamkeit, weisheit, wissenschaft, bekanntschaft, beziehung
γνώσεις στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bevidsthed, følelse, kendskab, kundskab, sans, viden, lærdom, videnskab, bekendt
γνώσεις στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conciencia, conocimiento, consciencia, saber, ciencia, conocimientos, noticia, sabañón, sabiduría
γνώσεις στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: connaissance, conscience, prendre, sentiment, acquis, connaissances, culture, instruction, poursuivre, prescience, sagesse, savoir, science, compétence, entente, médiévisme, relation, savoir-vivre
γνώσεις στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cognizione, conoscenza, consapevolezza, coscienza, senso, cultura, sapere, scienza, competenza, conoscente, familiarità, frequentazione
γνώσεις στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bevissthet, følelse, kunnskap, sans, kjennskap, lærdom, vitenskap, avbryte, bekjentskap, grepp
γνώσεις στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сознание, сознательность, знание, наука, знакомство, компетенция
γνώσεις στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: medvetande, sans, kunskap, lärdom, vetande, vetskap, bekantskap, grepp, kännedom
γνώσεις στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: знание, съзнание, наука
γνώσεις στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: teadmine, teadus
γνώσεις στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: taju, tajunta, tieto, toimivalta, tuttavuus
γνώσεις στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: savjest, svijest, upoznavati
γνώσεις στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érzés, érzület, eszmélet, öntudat, tudat, tudatosság, ismeret, tudás, tudomány, tudomás, ismeretség, kapcsolat
γνώσεις στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: žinios, mokslas
γνώσεις στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conhecimento, consciência, saber, ciência
γνώσεις στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: znanje
γνώσεις στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: з-знання, свідомість, знайомий
γνώσεις στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: świadomość, wiedza, znajomość
γνώσεις στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dituri, shkencë
γνώσεις στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ведаць
γνώσεις στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

γνώσεις τπε, γνώσεις η/υ βιογραφικό, γνώσεις δεξιότητες ικανότητες, γνώσεις συνώνυμα, γνώσεις και δεξιότητες, γνώσεις χειρισμού η/υ (νέες τεχνολογίες) - πιστοποίηση ασεπ, γνώσεις δεξιότητες στάσεις, γνώσεις γεωγραφίας, γνώσεισ υπολογιστών, γνώσεισ πληροφορικήσ