lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γλείφω

Λεξικό: αγγλικά γλείφω
Μεταφράσεις: lick
γλείφω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lízat, olíznout, olizovat, vylízat
γλείφω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lecken, lutschen, schlecken
γλείφω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: slikke
γλείφω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: lamer
γλείφω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: lécher, licher
γλείφω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lambire, leccare
γλείφω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: slikke
γλείφω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: лизать
γλείφω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: slicka
γλείφω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lëpij
γλείφω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лізаць
γλείφω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nuolaista, nuolla
γλείφω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nyalás
γλείφω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: lamber
γλείφω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: лижучи, лизати
γλείφω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lizać
γλείφω στα πολωνική »