lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γκρινιάρης

Λεξικό: αγγλικά γκρινιάρης
Μεταφράσεις: bad-tempered, grumpy, morose, caviller, curmudgeon, grouch, grumbler, cross-grained, querulous
γκρινιάρης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mrzutý, nerudný, nevrlý, bručoun, mrzout, hádavý
γκρινιάρης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brummig, mürrisch, brummbär, griesgram, nörgler
γκρινιάρης στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: gruñón, rezongón, regañón, acedo
γκρινιάρης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bourru, grincheux, grognon, bougon, chignard, criailleur, criard, critiqueur, épilogueur, frondeur, grognard, ronchonneur, grinche, grogneur, grondeur, misanthrope, rechigner
γκρινιάρης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: imbronciato
γκρινιάρης στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: брюзгливый, ворчлив, ворчливый, брюзга
γκρινιάρης στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jörö
γκρινιάρης στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nevrlý
γκρινιάρης στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gderliwy, zrzęda, zrzędny
γκρινιάρης στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grinebiter, sær
γκρινιάρης στα νορβηγικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sær
γκρινιάρης στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sär
γκρινιάρης στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бурклівы
γκρινιάρης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кислуватий, сварливий
γκρινιάρης στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

γκρινιάρης επιτραπέζιο, γκρινιάρης στρουμφάκια, γκρινιάρης επιτραπέζιο στα αγγλικά, γκρινιάρης στα αγγλικά, γκρινιάρης νάνος, γκρινιάρης ρόδος, γκρινιάρης game, γκρινιάρης παιχνίδι online, γκρινιάρης online, γκρινιάρης συνώνυμο