lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γεύομαι

Λεξικό: αγγλικά γεύομαι
Μεταφράσεις: displease, taste, cost, assay, attempt, chance, prove, rehearse, sample, test, try
γεύομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ochutnat, ochutnávat, okusit, cena, chutnat, stát, cítit, dokázat, dokazovat, pokoušet, prokázat, ukázat, ukázka, ukazovat, vyzkoušet, vzorek, zakusit, zkoušet, zkusit
γεύομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kosten, machen, probieren, schmecken, verkosten, ausprobieren, erproben, prüfen, versuchen
γεύομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: prøve, koste, pris, smage, bevise, forske, forsøge, teste
γεύομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: catar, paladear, costar, coste, costo, degustar, gustar, probar, saborear, valer, ensayar, espécimen, examinar, experimentar, intentar, muestra, pretender, tentar
γεύομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: blaser, déguster, essayer, coûter, goûter, savourer, valoir, éprouver, préluder, prouver, ressayer, tâter, tenter
γεύομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: degustare, gustare, assaggiare, assaporare, costare, costo, assaggio, campione, cimentare, collaudare, comprovare, dimostrare, esemplare, esperimentare, provare, saggiare, saggio, tentare
γεύομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дегустировать, отведывать, стоить, доказывать, пробовать, пытать
γεύομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shijoj, përpiqem, provoj
γεύομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: catar, paladar, custar, custo, degustar, saborear, amostra, ensaiar, espécime, espécimen, examinar, experimentar, intentar, pretender, prova, provar, tentar
γεύομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chuť
γεύομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: degustować, kosztować, próbować
γεύομαι στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avprova, kosta, koste, kostnad, smaka, smake, bevise, forsøke, godtgjøre, prova, prøva, prøve
γεύομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avprova, kosta, smaka, försöka, probera, prova, pröva
γεύομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: цена, образец, опитвам
γεύομαι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hinta, maksaa, koetella, koettaa, koetus, kokea, näyte, tavaranäyte, yrittää
γεύομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: koštati, probati
γεύομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kerülni, kóstolgat, kísérletet, próbál, próbálni
γεύομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kaina, bandinys, mėginys, pavyzdys, tikrinti
γεύομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cena
γεύομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: коштувати, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, куштувати, пробувати
γεύομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прабаваць, пробаваць
γεύομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: näidis, püüdma, tõestama
γεύομαι στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

γεύομαι και μαγεύομαι, γευομαι και μαγευομαι θησείο, γεύομαι μαγεύομαι ιωάννινα, γεύομαι συνόνυμα