lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

δένω στα γερμανικά

Λέξη: δένω (Αριθμός των γραμμάτων: 4)
Λεξικό: ελληνικά-γερμανικά
Μεταφράσεις (13): anbinden, anknüpfen, anschließen, binden, verbinden, verknüpfen, zusammenschließen, bindung, fügen, gesellen, vereinigen, verschmelzen, zusammenfügen
 
Εκτίμηση:
(4/5)
 
Σχετικές λέξεις: γερμανικά δένω, ρήμα δίνω, κόμπο δένω, δένω το γάιδαρό μου, δένω συνώνυμα, δένω δένομαι, δένω στα γερμανικά, anbinden στα ελληνικά
δένω στα γερμανικά