lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

βλάπτω στα γερμανικά

Λέξη: βλάπτω (Αριθμός των γραμμάτων: 6)
Λεξικό: ελληνικά-γερμανικά
Μεταφράσεις (18): benachteiligung, beschädigung, leid, nachteil, unbildung, unrecht, verletzung, schaden, schädigen, verletzen, anhaben, abbruch, einbuße, arg, böse, leiden, übel, überstand
 
Εκτίμηση:
(0/5)
 
Σχετικές λέξεις: γερμανικά βλάπτω, ρήμα βλάπτω, βλάπτω συνώνυμο, βλάπτω στα αγγλικά, βλάπτω παρακείμενοσ αρχαία, βλάπτω παρακείμενος, βλάπτω στα γερμανικά, benachteiligung στα ελληνικά
βλάπτω στα γερμανικά