lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

αναβάλλω στα γερμανικά

Λέξη: αναβάλλω (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό: ελληνικά-γερμανικά
Μεταφράσεις (15): abhängen, ablegen, aufschieben, beiseite, hinausschieben, verzögern, weglegen, wegtun, zurücklegen, aussetzen, stunden, suspendieren, verlegen, verschieben, vertagen
 
Εκτίμηση:
(2/5)
 
Σχετικές λέξεις: γερμανικά αναβάλλω, επιβάλλω ετυμολογία, αναβάλλω χρονική αντικατάσταση, αναβάλλω συνωνυμα, αναβάλλω στα αγγλικά, αναβάλλω σημασια, αναβάλλω στα γερμανικά, abhängen στα ελληνικά
αναβάλλω στα γερμανικά