lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γερανός

Λεξικό: αγγλικά γερανός
Μεταφράσεις: crab, crane, derrick, elevator, hoist, lift, ram, winch
γερανός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jeřáb, výtah, zdviž
γερανός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufzug, fahrstuhl, kran, lift, kranich
γερανός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: elevator, kran, trane
γερανός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ascensor, cabria, elevador, grúa, montacargas, grulla
γερανός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ascenseur, élévateur, grue, lift, monte-charge, chadouf
γερανός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ascensore, elevatore, gru, montacarichi
γερανός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: elevator, heis, kran, heisekran, trana, trane
γερανός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: журавль, кран
γερανός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kran, lyftkran, trana
γερανός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ashensor
γερανός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кран
γερανός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kraana, lift
γερανός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hissi, kurki, nosturi, vinssi, vintturi
γερανός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dizalica, dizalo
γερανός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: daru, emelő, felvonó, lift, gém
γερανός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gervė, kranas, liftas
γερανός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ascensor, elevador, grau, grou, grua, guindaste, grulha
γερανός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: lift
γερανός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výťah, žeriav
γερανός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: журавель, кран, замести, замітати, змітати, нестися, розмах
γερανός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dźwig, dźwignica, żuraw
γερανός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вінда, журавель
γερανός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

γερανός μηχάνημα, γερανός αυτοκινήτων, γερανός αγγλικά, γερανός πτηνό, γερανός ανύψωσης ασθενών, γερανός λάρνακα, γερανός για μεταφορά αυτοκινήτου, γερανός οριγκάμι, γερανός στη λάρνακα, γερανός με καλάθι