lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γενναιόδωρος

Λεξικό: αγγλικά γενναιόδωρος
Μεταφράσεις: ample, bounteous, bountiful, copious, free, freehanded, free-handed, generous, handsome, lavish, lavished, liberal, munificent, open-handed, profuse, ungrudging, abundant, unsparing, high-minded, noble, noble-minded, precious, thoroughbred, beneficent, magnanimous
γενναιόδωρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: širý, šlechetný, štědrý, velkorysý, velký, volně, drahocenný, drahý, šlechtic, šlechtický, urozený, ušlechtilý, vzácný, vznešený, velkodušný
γενναιόδωρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: freigebig, großzügig, nobel, stattlich, adelig, adlig, edel, kostbar, vornehm, edelmütig, freizügig, großmütig, weitherzig
γενναιόδωρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flotte, gavmild, rundhåndet, adelig, adelsmand, dyrebar, kostbar
γενναιόδωρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dadivoso, generoso, largo, liberal, fino, gentil, hidalgo, noble, sublime, valioso, espléndido, magnánimo
γενναιόδωρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: généreux, hockey, large, magnifique, munificent, professions, libéral, beau, noble, précieux, sublime, magnanime
γενναιόδωρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: generoso, liberale, nobile, pregiato, prezioso, magnanimo
γενναιόδωρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: flott, gavmild, rundhåndet, rundlig, frikostig, sjenerøs, adelig, adelsmann, dyrebar, edel, edelsten, kostbar
γενναιόδωρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: щедрый, щедр, благороден, благородный, драгоценный, великодушен, великодушный
γενναιόδωρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: flott, generös, rundlig, frikostig, ädel
γενναιόδωρος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: шчодры, высакародны, прыстойны, шляхетны
γενναιόδωρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: helde, kallis
γενναιόδωρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antelias, avokätinen, jalomielinen, komea, jalo
γενναιόδωρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: darežljiv
γενναιόδωρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bőkezű, gazdag, nemes, nagylelkű, nagyvonalú
γενναιόδωρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dosnus, didikas, lordas
γενναιόδωρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dadivoso, desapegado, desprendido, generoso, liberal, distinguido, fidalgo, nobre, precioso, valioso, esplêndido
γενναιόδωρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: благодійний, великодушний, добрий, добродійний, зашарітися, почервоніти, ринути, рясний, струмінь, шаріти, шарітися, щедрий, хлинути, червоніти, благородний, висока, високий, високо, модний, почесний, прославлений, світський
γενναιόδωρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: hojny, szczodry, szlachetny, wspaniałomyślny
γενναιόδωρος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fisnik
γενναιόδωρος στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vznešený
γενναιόδωρος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

γενναιόδωρος συνώνυμα, γενναιόδωρος αγγλικα, γενναιόδωρος στα αγγλικα, γενναιόδωρος μεταφραση, γενναιόδωρος λεξικο