lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γενικός

Λεξικό: αγγλικά γενικός
Μεταφράσεις: general, capital, cardinal, central, chief, exquisite, foremost, grand, high, highest, leading, main, mainstream, major, paramount, primal, primary, principal, salient, aggregate, all-in, altogether, broad, common, generic, global, overall, total, overwhelming
γενικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: celkový, generál, generální, povšechný, valný, vojevůdce, všeobecný, čelný, centrální, důležitý, hlavní, jistina, kapitál, kardinální, podstatný, přední, první, prvotní, střední, středový, ústředna, ústřední, velkolepý, základní, zásadní, globální, paušální, souhrnný, všestranný
γενικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: allgemein, generell, feldherr, general, erstens, grundlegend, hauptsächlich, kapital, primär, vordere, vorzüglich, wesentlich, zentral, zuerst
γενικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: almindelig, general, generaldirektør, generel, generelle, central, kapital, primær, generisk, universal
γενικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: general, capital, cardenal, cardinal, central, céntrico, mayúscula, pecado, primero, principal, global, público, universal, plenario
γενικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: général, générique, brigadier, capital, cardinal, centrage, central, essentiel, magistral, originaire, prééminent, premier, principal, global, univers, universel, plénier
γενικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: generale, generico, basilare, capitale, cardinale, centrale, eminente, essenziale, maestro, precipuo, primario, primo, principale, complessivo, globale, plenario
γενικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: general, generaldirektør, generell, gjennomgående, kapital, primær, prinsipiell, sentral, allmenn, alminnelig, felles, generisk, gjengs, universal
γενικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: всеобщий, генеральный, генерал, ведущий, главный, капитал, основной, общ, общий, огульный
γενικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: generaldirektör, general, primär, allmän, generell, generisk, genomgående, sammanlagd, universal
γενικός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: генерал, общ
γενικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kindral, üldine, kapital
γενικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: yleinen, ensimmäinen, keskeinen, keskus, pääoma
γενικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: general, glavni, glavnica
γενικός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bendras, generolas, visuotinis, kapitalas, pagrindinis
γενικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: general, genérico, geral, peral, básico, capital, cardinal, central, fundos, maiúscula, principal, colectivo, conjunto, global, plenário, público, sumario, total, universal, católico
γενικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: generalny, generał, główny, ogólny, walny
γενικός στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vezérezredes, fő, kéménytoldat, központi, legfőbb, remek, általános, közös, összes, teljes
γενικός στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kryesor
γενικός στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capital, central
γενικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: основний, взаємний, генерал, генеральний, головний, загальна, загальне, загальний, корпоративний, недокладний, обопільний, родовий, спільний, чистий, всезагальний, всесвітній, глобальний, універсальний
γενικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агульны, усеагульны
γενικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: celkový
γενικός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης, γενικός γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης, γενικός διευθυντής, γενικός δείκτης χα, γενικός γραμματέας δημοσίων εσόδων, γενικός γραμματέας έρευνας και τεχνολογίας, γενικός γραμματέας καταναλωτή, γενικός γραμματέας πολιτικής προστασίας, γενικός γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης κρήτης, γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης λέανδρος ρακιντζής