lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γεμίζω

Λεξικό: αγγλικά γεμίζω
Μεταφράσεις: alight, disembark, land, load, cram, fill, flush, imbue, inflate, inspire, pervade, refill, replenish, sate, stock, stop, stuff, aggravate, charge, debit, handicap, achieve, complete, discharge, populate, reload
γεμίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přistát, přistávat, vylodit, vystoupit, vystupovat, cpát, krmit, nacpat, nadít, nadmout, nadout, nafouknout, nafukovat, nahustit, napěchovat, naplnit, napustit, narvat, pěchovat, plnit, přecpat, přecpávat, splnit, vycpat, vyplnit, vyplňovat, zacpat, zaházet, zaplnit, zastávat, zasypat, nabíjet, nabít, nakládat, naložit, obtížit, obvinit, obžalovat, pověřit, přitížit, vinit, zahrnout, zatížit, zaútočit, zhoršit, ztížit, dokončit, dovršovat, ukončit, vlévat, vykonat, nastoupit
γεμίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: landen, anfüllen, aufblasen, auffüllen, füllen, spicken, aufladen, beladen, belasten, beschuldigen, beschweren, laden, verschlimmern, ausfüllen, geladen, verladen
γεμίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fange, lande, fylde, stoppe, anklage, belaste, laste, tynge
γεμίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aterrizar, desembarcar, atiborrar, embutir, henchir, inflar, llenar, rellenar, acusar, agravarse, cargar, encargar, arrasar, colmar, ejecutar, hinchar
γεμίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accoster, atterrir, débarquer, terrir, bonder, bourrer, charger, combler, emplir, enfutailler, gonfler, gorger, remplir, accabler, accuser, aggraver, alourdir, grever, accomplir, exécuter, hourder, embarquer
γεμίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: approdare, atterrare, sbarcare, enfiare, gonfiare, imbottire, riempire, addebitare, aggravare, appesantire, caricare, gravare, imputare, incaricare, peggiorare, tacciare, compilare
γεμίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lande, fylle, helle, stoppe, anklage, belasta, belaste, forverre, laste, lesse, tynge, fullborda, oppfylle, utfylle, lassa
γεμίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приземлять, заполнять, надувать, наполнять, заряжать, нагружать, обременять, отягощать, загрузить, зарядить, погрузить
γεμίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbres, mbush, plotësoj, acaroj
γεμίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зараджаць, набіваць, запаўняць, наліваць, напаўняць
γεμίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskeutua, ladata, ahtaa, täyttää, pahentaa, raskauttaa, syyttää
γεμίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kikötni, feltölt, rakni, rakodni, megtölt, megtölteni, megterhelni, betölt, kitölteni, berak
γεμίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aterrar, desembarcar, carga, carregar, embarcar, incumbir, completar, embutir, encher, relevar, acusar, agravar, agravares, abarrotar, colmar, herdeira
γεμίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ateriza, agrava
γεμίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видаток, головний, заряд, заряджати, заряджений, звинуватити, звинувачення, звинувачувати, найкращий, обвинувачення, первинний, первісний, перший, постріл, початковий, призначати, призначити, рука, стрілець, ціна, залийте, зашарітися, інформувати, наповнювати, наповняти, поінформувати, почервоніти, проникніть, ринути, струмінь, укладіть, хлинути, червоніти, шаріти, шарітися, запломбувати, заповнити, заповнитися, заповнювати, заповняти, заповнятися, наповнити, пломбувати
γεμίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lądować, napełniać, obciążać, wypełniać, załadować
γεμίζω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: täitma
γεμίζω στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vyplniť
γεμίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belasta, betunga, fullborda, lassa
γεμίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opteretiti
γεμίζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

γεμίζω συνώνυμα, γεμίζω το ποτήρι μου και πίνω τρεισ φορέσ, γεμίζω αδειάζω τασάκια, γεμίζω συνώνυμο, γεμίζω από, πληρώνω γεμίζω