lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γελοίος

Λεξικό: αγγλικά γελοίος
Μεταφράσεις: amusing, farcical, funny, guy, laughable, ludicrous, ridiculous
γελοίος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: absurdní, fraškovitý, podivný, posměšný, směšný, zábavný, žertovný
γελοίος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absurd, grotesk, komisch, lächerlich, lustig, närrisch, neckisch, skurril, unsinnig, vergnüglich, widersinnig
γελοίος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: absurd, komisk, kul, latterlig, luftig, meningsløs, morsom, rolig, sjov, urimelig
γελοίος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: absurdo, chistoso, cómico, cursi, divertido, gracioso, irrisorio, ridículo, risible
γελοίος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amusant, burlesque, comique, dérisoire, drolatique, drôle, grotesque, plaisant, ridicule, risible, saugrenu
γελοίος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assurdo, buffo, comico, dilettevole, divertente, giocondo, irrisorio, ridicolo, spassoso
γελοίος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: absurd, komisk, kul, latterlig, luftig, morsom, narraktig, rolig, tokig
γελοίος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: забавный, комический, нелепый, смехотворен, смехотворный, смешной
γελοίος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: befängd, dråplig, fånig, komisk, kul, löjlig, lustig, narraktig, orimlig, rolig, skojig, skrattretande, tokig, underhållande
γελοίος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: смешны, смяхотны
γελοίος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: naeruväärne, naljakas
γελοίος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hassunkurinen, hauska, hullunkurinen, huvittava, koomikko
γελοίος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: smiješan, zabavan
γελοίος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: furcsa, képtelen, komikus, mulatságos, nevetséges, tréfás
γελοίος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: absurdiškas, juokingas, komiškas
γελοίος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absurdo, bufo, chistoso, cómico, divertido, engraçado, grotesco, recreativo, ridículo, risível
γελοίος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: smešen
γελοίος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: веселий, глузливий, гумористичний, дивний, жартівливий, забавний, кумедний, кумедної, кумедною, потішний, радісний, регтайм, сміховинний, смішний, смішній, смішної, смішною, утішний, чудний
γελοίος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: śmieszny
γελοίος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

γελοίος συνώνυμα, γελοίος ορισμός, γελοίος ετυμολογία, γελοίος γνωμικά, είσαι γελοίος