lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γδύνομαι

Λεξικό: αγγλικά γδύνομαι
Μεταφράσεις: denture, undress, disassemble, disrobe, divest, parse, strip, unclothe, disjoint, dismantle
γδύνομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odstrojit, analyzovat, rozebírat, rozebrat, rozložit, svlékat, demontovat, rozmontovat, strhnout
γδύνομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: entblößen, entkleiden, abtragen, auskleiden, zerlegen, abbauen, abgerüstet
γδύνομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blotte
γδύνομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desnudar, desnudarse, desabrigar, deshacer, desmontar, desvestir, quitarse
γδύνομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dénuder, déshabiller, analyser, appartement, déchiqueter, décomposer, défringuer, délatter, démembrer, démurer, dévêtir, dévêtiras, défaire, disloquer
γδύνομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: spogliare, svestire, scomporre, smontare
γδύνομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avkle, blotta, blotte, riva
γδύνομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обнажить, оголить, разбирать, раздевать, раздеть, разобрать
γδύνομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blotta, blotte, avkläda, demontera, rasera, riva
γδύνομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desnudar, desmontar
γδύνομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obnażyć, rozbierać, rozebrać
γδύνομαι στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: раздзяваць, распранаць
γδύνομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: eritellä, jäsennellä, jäsentää
γδύνομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szétszedni, kielemez
γδύνομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vyzliecť
γδύνομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: здерти, здирати, знімати, зняти, розберіть, розбирати, роздягати, роздягатися, роздягніть, роздягніться, роздягнути, роззбройте, розібрати, смуга
γδύνομαι στα ουκρανικά »