lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γίνομαι

Λεξικό: αγγλικά γίνομαι
Μεταφράσεις: became, become, get, got, halt, stagnate, stand, stay
γίνομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: stát, bydlet, meškat, setrvat, zůstat, zůstávat
γίνομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bekommen, geschehen, stehen, werden, zutragen, bleiben, woraufhin
γίνομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blid, blive, ske, stå, forblive
γίνομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: hacerse, llegar, volverse, permanecer, quedar, quedarse
γίνομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: devenir, redevenir, stagner, stationner, demeurer, rester
γίνομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: divenire, diventare, luogo, sorgere, stare, dimorare, restare, rimanere
γίνομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bli, stå
γίνομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: становить, стоять, заделать, стать
γίνομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bli, ske, stå, vistelse
γίνομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стаяць
γίνομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käydä, asua, jäädä, pysyä
γίνομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: postati
γίνομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: áll, állni, futja, megmarad
γίνομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tapti, būti, likti
γίνομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alegar, tornar-se, ficar, permanecer, quedar, restar
γίνομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: štát, byť
γίνομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вишикувати, вишикуватися, генеалогія, засідати, зморшка, колія, лінія, обрис, посидьте, риска, ряд, сидіти, сісти, стояти, сядьте, тягнутися, черга
γίνομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: stać, zostać
γίνομαι στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jääma
γίνομαι στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ostati
γίνομαι στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

γίνομαι συνώνυμα, γίνομαι νονά, γίνομαι θεός, γίνομαι άντρας, γίνομαι modern greek verbs, γίνομαι θεός γ. σαββιδάκης feat. κ. τσάβαλου stixoi, γίνομαι άντρας στίχοι, γίνομαι κουμπάρα, γίνομαι άριστος στην ορθογραφία, γίνομαι περδίκι