lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γήινος

Λεξικό: αγγλικά γήινος
Μεταφράσεις: earthly, mundane, temporal, terrestrial, worldly, earthy, landed, terrene
γήινος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mondénní, pozemní, pozemský, světácký, světský, zemský, lidský, pozemkový, pozemšťan
γήινος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: irdisch, terrestrisch, vergänglich, weltlich, zeitlang, zeitlich
γήινος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: jordisk
γήινος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mundano, temporal, terrenal, terrestre, terreno
γήινος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: mondain, temporel, terrestre, foncier, humain, tellurique, terrien, territorial
γήινος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: materiale, mondano, temporale, terreno, terrestre, terriero
γήινος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: jordisk
γήινος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: земной, мирской, земельный, земский
γήινος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: världslig, jordisk
γήινος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: людскі, зейскі, зямельны, зямны
γήινος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajallinen, maallinen
γήινος στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: lego, mundano, temporal, terrestre, profano
γήινος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викласти, застелити, класти, мирський, мирської, накривати, накрити, планетний, покладати, покласти, положення, положити, постелити, стелити, тимчасовий, земельний, земний, земній, земної, земною, наземний, територіальний
γήινος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: doczesny, ziemski
γήινος στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: evilági
γήινος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

γήινος μαγνητισμός, γήινος φλοιός