lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γέρος

Λεξικό: αγγλικά γέρος
Μεταφράσεις: ancient, antique, early, former, has-been, old, old-time, onetime, one-time, past, pristine, aged, crusty, elderly, junk, long-time, stale
γέρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: antický, bývalý, dávnověký, starobylý, starodávný, starověký, starožitný, starý
γέρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: alt, altertümlich, antik, ehemalig, früher, uralt, altbacken
γέρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: antikke, antikvitet, foregående, gammel
γέρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: añejo, antiguo, solariego, vetusto, viejo, aľejo, anciano, añoso, caduco, decrépito, rancio, traído
γέρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ancien, antique, ci-devant, vieux, gothique, singe, vétusté, vieil, vioc
γέρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: antico, anziano, remoto, vecchio, vecchissimo, annoso
γέρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: antikk, antikvitet, foregående, forntida, gammel, gammal
γέρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давний, давнишний, древен, древний, прежний, старый
γέρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ålderdomlig, antik, antikvitet, föråldrad, förgången, forntida, förra, gammal
γέρος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: antik
γέρος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: античен, древен
γέρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: старадаўні, старажытны, стары
γέρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muistne, vana
γέρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edellinen, entinen, entisaikainen, iäkäs, ukko, vanha
γέρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: antički, davan
γέρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: antik, ókori, öreg, régi, idős, ősi
γέρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: senas, senyvas
γέρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ancestral, antigo, arcaico, arejo, velho, vetusto, chanca, idoso, velo
γέρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: antic, bătrân, fost, vechi
γέρος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: древній, поважний, преподобний, сивий, старовинний, шановний, використовується, задній, запізнілий, назад, переплести, переплітати, підтримати, підтримувати, поношений, спина, спинка, старий
γέρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dawny, stary
γέρος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

γέρος του μοριά, γέρος τα ξύλα που ’εκοψε στην πλάτη κουβαλούσε κι αφού κουράστηκε πολύ το θάνατο καλούσε, γέρος γερός, γέρος της δημοκρατίας, γέρος ζωγράφος, γέροσ ονειροκρίτησ, γέρος παίσιος, γέροσ δημήτρησ, γέρος συνωνυμα, γέρος poll lyrics