lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γένος

Λεξικό: αγγλικά γένος
Μεταφράσεις: weed, brand, character, description, form, gait, gender, genre, genus, kind, line, manner, nature, sort, species
γένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: plít, druh, obor, originál, pohlaví, postavení, povaha, příroda, přirozenost, ráz, rod, typ, znak, způsob
γένος στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: escardar, calibre, calidad, casta, categoría, clase, especie, estilo, género, laya, manera, modo, naturaleza, orden, ralea, sexualidad, suerte, tipo
γένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sarcler, andouille, envieux, espèce, flan, gabare, genre, hunier, langue-de-chat, manière, nature, saut-de-lit, sexe, sortable, sorte, toile, tonneau, tortillon, type, vouge, wagonnette
γένος στα γαλλικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjini, mënyrë, natyrë
γένος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: пол, род, вид, природа
γένος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падлога, пол, род, сорт
γένος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sugu, viis
γένος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suku, sukupuoli, laatu, laji, luonne, luonto, tapa, tyyppi
γένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: spol, način, priroda, vrsta
γένος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nem, faj, fajta, jellem, mód, sajátosság, természet, zsáner
γένος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lytis, seksualumas, būdas, gamta, giminė, maniera, natūra, prigimtis, rūšis
γένος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: género, pavimento, piso, sexo, sexualidade, espécie, estilo, estirpe, forma, jaez, laia, maneira, modo, natureza, qualidade, surte
γένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: spol
γένος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sex
γένος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: лан, міст, настил, підлога, піл, полом, рід, тротуар, бігти, види, вудка, вудочка, генерація, гонки, жанр, забіг, заїзд, засіб, змагання, клан, манера, напруга, напруження, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, натура, натягати, натягнути, натягти, натягувати, нирка, опис, покоління, порода, породи, порядок, пояснення, природа, прут, раса, расовий, роде, роди, родина, родинний, сімейний, сімейство, сорт, спосіб, ствол, стержень, стовбур, стрижень, сутність, суттєвість, тип
γένος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pleć, rodzaj
γένος στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: art, beschaffenheit, charakter, gattung, gemüt, genre, genus, geschlecht, marke, natur, sexualität, sorte, spezies, weise
γένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: art, facon, genre, kategori, køn, måde, maner, natur, naturen, slag, slags, sort
γένος στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fare, genere, indole, maniera, modo, natura, razza, sorta, specie
γένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: art, beskaffenhet, genre, hankjønn, hunkjønn, intetkjønn, kategori, kjønn, måte, natur, slag, sort
γένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вид, манера, пол, природа, род, сорт
γένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: art, beskaffenhet, kategori, natur, slag, sort, sortera, typ
γένος στα σουηδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fire, specie
γένος στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

γένος ελλήνων, γένος βατράχων, γένος μητέρας, γένος μητέρας στα αγγλικά, γένος παπαγάλων, γένος είδος, γένος πιθήκων, γένος ταυτότητα, γένος ετυμολογία, γένοσ συζύγου