lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βρώμικος

Λεξικό: αγγλικά βρώμικος
Μεταφράσεις: dirty, filthy, foul, greasy, grimy, grubby, messy, scruffy, sleazy, smirch, sordid, squalid, frowzy, nonentity, sloppy, slovenly, slut, untidy, bawdy, fatty, lewd, obscene, raunchy, ribald, salacious, snotty
βρώμικος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mastný, nečistý, špinavý, sprostý, tučný, umouněný, ušmudlaný, zamazaný, znečištěný, cuchta, ledabylý, moura, zanedbaný, obscénní, oplzlý, necudný
βρώμικος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dreckig, schmierig, schmuddelig, schmutzig, unrein, unsauber, schlampig, unordentlich, obszön, widerwärtig
βρώμικος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fed, snavset, svart, slibrig
βρώμικος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cochino, desastrado, grasiento, guarro, inmundo, mugriento, roñoso, sórdido, sucio, dejado, desaliñado, desarreglado, desaseado, espeso, impúdico, obsceno, torpe, verde
βρώμικος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: crasseux, malpropre, pouacre, sordide, débraillé, immonde, négligé, salaud, sale, salope, obscène, ordurier, croustilleux, graveleux, grivois, impudique, impur, priapique
βρώμικος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: brutto, grasso, lordo, sporco, sudicio, unto, lurido, sciatto, trasandato, osceno
βρώμικος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: daskig, grisig, skitten, smussig, snuskig, svart, slarvig, uflidd, uryddig, slibrig
βρώμικος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грязен, грязный, запачкан, запачканный, неряшливый, отвратительный, неопрятный, неряшлив, свинский, омерзительный, неприличный, непристойный
βρώμικος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: daskig, grisig, smutsig, snuskig, svart, slarvig
βρώμικος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: брудны, брыдкі, гразкі, непрыстойны
βρώμικος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: räpane
βρώμικος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: likainen, ruokoton, siivoton, rietas, rivo
βρώμικος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prljav
βρώμικος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: maszatos, mocskos, mosdatlan, ocsmány, piszkos, szennyes, ápolatlan, disznó, hanyag, rendetlen, trágár
βρώμικος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desastrado, impuro, sórdido, sujo, implementaste, obsceno
βρώμικος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: špinavý, sprostý
βρώμικος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: антисанітарний, багнистий, бридкий, брудний, відворотний, гидкий, загрозливий, задушливий, замурзаний, занедбаний, кепський, коростявий, мерзотний, неохайний, неприємний, непристойний, огидливий, огидний, погрозливий, потворний, свинський, забризканий, мокрий, нечесаний, руйнується, слабкий, убогий
βρώμικος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: brudny, niechlujny, plugawy, sprośny
βρώμικος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βρώμικος νότος, βρώμικος νότος - μ'ένα αντίο lyrics, βρώμικος νότος - δεν μου φτάνει (στίχοι), βρώμικος κόσμος, βρώμικος νότος - στη ζώνη του λυκόφωτος, βρώμικος νότος - δεν μου φτάνει lyrics, βρώμικος νότος - τι σε φοβίζει στίχοι, βρώμικος συνώνυμα, βρώμικος ή βρώμικος, βρώμικος νότος - μ'ένα αντίο στίχοι