lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βραχιόλι

Λεξικό: αγγλικά βραχιόλι
Μεταφράσεις: armlet, bangle, bracelet, wristband, armband
βραχιόλι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náramek
βραχιόλι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: armband, reifen
βραχιόλι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: armbånd
βραχιόλι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: pulsera, manilla
βραχιόλι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bracelet, porte-bonheur
βραχιόλι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bracciale, braccialetto
βραχιόλι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: armband, armbånd
βραχιόλι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: браслет
βραχιόλι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: armband
βραχιόλι στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бранзалет
βραχιόλι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: käevõru
βραχιόλι στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: narukvica
βραχιόλι στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bracelete, pulseira
βραχιόλι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: brăţară
βραχιόλι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: náramok
βραχιόλι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: браслет, манжета, нарукавник
βραχιόλι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bransoleta, bransoletka
βραχιόλι στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: karkötő, karperec
βραχιόλι στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

βραχιόλι μάρτης, βραχιόλι επιβίωσης, βραχιόλι πανδώρα, βραχιόλι μακραμέ, βραχιόλι μάτι, βραχιόλι ονειροκρίτης, βραχιόλι του μάρτη, βραχιόλι μάτι μακραμέ, βραχιόλι μπράτσου, βραχιόλι facebook