lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βρίσκω

Λεξικό: αγγλικά βρίσκω
Μεταφράσεις: find, happen, lie, reside, sit, stand, found
βρίσκω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nacházet, najít, objevit, sehnat, bydlet, sídlit
βρίσκω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: finden, vorfinden, aufgefunden, gefunden
βρίσκω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: finde, finne, foreligge, hitte
βρίσκω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encontrar, hallar, ubicar, estar, figurar, haber, hallarse, yacer
βρίσκω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: retrouver, trouver, rencontrer, résider
βρίσκω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ritrovare, trovare, cogliere, risiedere, trovarsi, mettersi
βρίσκω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: finne, befinne, foreligge, fatt, funna, hitta, hitte, innfinne, landa
βρίσκω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: находить, отыскивать, приискать, сыскать, улучить
βρίσκω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjej, banoj
βρίσκω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адшукваць, знаходзiць
βρίσκω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: löytää, asua, tavata
βρίσκω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: rasti
βρίσκω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: achar, deparar, encontrar
βρίσκω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afla
βρίσκω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: najti, stanovati
βρίσκω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nájsť
βρίσκω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бачити, вважати, гадати, дивитися, дивіться, думайте, думати, знаходити, мислити, міркувати, находити, побачити, подумати, простежити, простежувати, слід
βρίσκω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odnajdywać, znajdować, znaleźć
βρίσκω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: finna, finnas, stadd, finne, hitta, landa
βρίσκω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhelyezkedik, lelni, megkerül, található, találni
βρίσκω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

βρίσκω δουλειά, βρίσκω τηλέφωνο, βρίσκω αφμ, βρίσκω συνώνυμα, βρίσκω διεύθυνση, βρίσκω τον ωροσκόπο μου, βρίσκω αμκα, βρίσκω οδό, βρίσκω διαδρομή, βρίσκω το λόγο να ζω