lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βράζω

Λεξικό: αγγλικά βράζω
Μεταφράσεις: ferment, boil, cook, poach, simmer, steam, stew, seethe, bubble, erupt
βράζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kvasit, vřít, kypět, navařit, připravit, vařit, klokotat
βράζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gären, gekocht, kochen, sieden, brausen, brodeln, überkochen, überlaufen
βράζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cocer, fermentar, bullir, cocinar, guisar, hervir, borbollar, escaparse, salirse
βράζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bouillonner, cuver, fermenter, bouillir, cuire, cuisiner, fricoter, préparer
βράζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fermentare, ribollire, bollire, cucinare, cuocere, lessare
βράζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ese, gjære, jåsa, koka, koke, putre
βράζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бродить, ферментировать, варить, готовить, кипятить, отваривать, стряпать, кипеть, выкипеть
βράζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: jäsa, koka, sjuda, putare
βράζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käydä, keittää, kiehua, kihistä
βράζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fermentar, cozinhar, ferver, guisar
βράζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: fermentować, gotować, kipieć, wrzeć, wykipieć
βράζω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: koge, kokke, koma, plutre
βράζω στα δανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gatuaj
βράζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гатаваць, голова, кіпяціць, парыць, травіць, кіпець, выкіпець
βράζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: keema, keetma, küpsetama
βράζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kuhati, vreti
βράζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: forral, forralni, főzni, szakács, buzogni, forrni
βράζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: virti
βράζω στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fierbe
βράζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kuhati
βράζω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вариво, варити, варитися, вирувати, готувати, зварити, кипіння, кипіть, нарив, кипіти, википіти
βράζω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

βράζω ρύζι, βράζω χόρτα, βράζω κάστανα, βράζω στο ζουμί μου, βράζω μπρόκολο, βράζω κουνουπίδι, βράζω γαρίδες, βράζω παντζάρια, βράζω αυγό, βράζω αυγά