lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βούτυρο

Λεξικό: αγγλικά βούτυρο
Μεταφράσεις: butter
βούτυρο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: máslo
βούτυρο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: butter
βούτυρο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: smør
βούτυρο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: manteca, mantequilla
βούτυρο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: beurre
βούτυρο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: burro
βούτυρο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: smør
βούτυρο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: масло
βούτυρο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: smör
βούτυρο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjalpë
βούτυρο στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: масло
βούτυρο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: või
βούτυρο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: voi
βούτυρο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: maslac
βούτυρο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vaj
βούτυρο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sviestas
βούτυρο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: manteiga, unto
βούτυρο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: unt
βούτυρο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: maslo
βούτυρο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: maslo
βούτυρο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: масло, олію, олія
βούτυρο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: masło
βούτυρο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βούτυρο καριτέ, βούτυρο κακάο, βούτυρο κλαριφιέ, βούτυρο αμυγδάλου, βούτυρο θερμίδες, βούτυρο κακάο αγορά, βούτυρο γάλακτος, βούτυρο ή μαργαρίνη, βούτυρο καριτέ αγορά, βούτυρο κερκύρας