lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βουλώνω

Λεξικό: αγγλικά βουλώνω
Μεταφράσεις: clod, clog, glut, jam, plug, wad
βουλώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: překážet, ucpat, zacpat, zahradit, zanášet, zanést, zatarasit
βουλώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: stopfen, verstopfen, zuhalten
βουλώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atascar, cegar, tapar
βουλώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boucher, encombrer, arborer, aveugler, embouteiller, enchifrener, engorger, oblitérer, obstruer, obturer, suffoquer, super, tamponner
βουλώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: intasare, otturare, ostruire, tamponare, tappare, turare
βουλώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: teppa, proppe
βουλώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: запихивать, засорять, затыкать, напихивать, заделывать, укупоривать
βουλώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: täppa
βουλώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ummistama
βουλώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tukkia
βουλώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arrolhar, atascar, tampar, tapar
βουλώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zapychać, zatykać
βουλώνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: proppe
βουλώνω στα δανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заторкаць
βουλώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жмуток, закрийте, затикати, конопатьте
βουλώνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

βουλώνω συνώνυμα