lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βομβαρδίζω

Λεξικό: αγγλικά βομβαρδίζω
Μεταφράσεις: bomb, bombard, pelt, strafe, rake
βομβαρδίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bombardovat, ostřelovat
βομβαρδίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bombardieren, beschießen
βομβαρδίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bombe
βομβαρδίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bombardear
βομβαρδίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bombarder, marmiter, canonner, mitrailler
βομβαρδίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bombardare
βομβαρδίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bomba, bombe
βομβαρδίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бомбардировать, бомбить, обстреливать
βομβαρδίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bomba
βομβαρδίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бамбардзіраваць, бамбіць
βομβαρδίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pommittaa
βομβαρδίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bomba
βομβαρδίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bombardear
βομβαρδίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бомбардувати, бомбити, загорода, фунт
βομβαρδίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bombardować, ostrzeliwać
βομβαρδίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βομβαρδίζω συνώνυμα