lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βολικός

Λεξικό: αγγλικά βολικός
Μεταφράσεις: attractive, convenient, handy, opportune, agreeable, comfortable, comfy, cosy, cushy, expedient, lazy, snug
βολικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pohodlný, včasný, vhodný, příhodný, šikovný, účelný
βολικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bequem, gelegen, kulant, passend, gemächlich, wohnlich, zweckmäßig
βολικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekvem, nem, behagelig, hyggelig, komfortabel
βολικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cómodo, conveniente, oportuno, acomodado, confortable, holgado, manuable, tempestivo
βολικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commode, convenable, opportun, accommodant, aisé, confortable, maniable, travaux
βολικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: comodo, conveniente, opportuno, accogliente, confortevole
βολικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekvem, beleilig, høvelig, lettvint, nem, behagelig, hyggelig, komfortabel, makelig
βολικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благоприятный, сподручный, удобный, удобен
βολικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bekväm, läglig, behändig, komfortabel, skön, trivsam, vilsam
βολικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: adapt
βολικός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ёмкі, зручны, удобное
βολικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mukava, sopiva, kodikas, kotoinen, viihtyisä
βολικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kedvező, megfelelő
βολικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cómodo, conveniente, oportuno, propício, confortável, tempestivo
βολικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дружелюбний, дружній, зручний, корисний, позитивний, практичний, привітний, принагідний, приязний, сприятливий
βολικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dogodny, wygodny
βολικός στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: confortabil
βολικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pohodlný
βολικός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

βολικός συνώνυμα, βολικός διονύσης, βολικός πάτρα, βολικός συνώνυμο