lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βοηθός

Λεξικό: αγγλικά βοηθός
Μεταφράσεις: aide, assistant, houseman, midshipman, supplementary, accessory, ancillary, auxiliary, subsidiary, tributary, acolyte, adjunct, aid, attendant, coadjutor, helper, mate, rancher, zany, deputy, hitter, lieutenant, proxy, replacement, standby, stand-in, substitute, vicegerent
βοηθός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: asistent, náměstek, pobočník, pomocník, pomocný, výpomocný, zástupce, doplňující, podpůrný, podružný, pomáhající, přídavný, přidělený, vedlejší, adjunkt, péče, pomoc, pomocnice, poradce, přispění, spolupracovník, výpomoc, náhradník, pomahač, poručík, zastupující
βοηθός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: assistent, behelfsmäßig, beihilfe, beistand, gehilfe, handlanger, helfer, hilfe, läufer, mitarbeiter, mithilfe, unterstützung, ersatz, stellvertreter, vertreter
βοηθός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: assistent, bistå, bistand, hjælp, hjælpemiddel, erstatning, løjtnant, suppleant, vikar
βοηθός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asistente, auxiliar, accesorio, sucursal, adjunto, ayuda, ayudador, ayudante, colaborador, edecán, socorro, lugarteniente, reemplazo, substituto, suplente, sustituto, teniente
βοηθός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adjoint, assistant, accessoire, adjuvant, auxiliaire, auxiliateur, copilote, subsidiaire, aide, assesseur, collaborateur, second, servante, acolyte, doublure, lieutenant, remplaçant, sous-chef, sous-directeurs, subrogé, substitut, suffragant, suppléant
βοηθός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aiutante, assistente, accessorio, ausiliare, ausilio, centrocampista, collaboratore, mediano, sussidio, supplente, tenente
βοηθός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: assistent, medhjelper, amanuens, bistå, hjelp, avløser, erstatning, nestformann, stedfortreder, suppleant, varamann, vikar
βοηθός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ассистент, помощник, вспомогательный, подсобный, полузащитник, помощь, замена, заместитель, лейтенант
βοηθός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: assistent, biträde, medhjälpare, biträdande, amanuens, bistå, bistånd, hjälp, ställföreträdare, suppleant, vikar, vikarie
βοηθός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: помощник, лейтенант
βοηθός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abiline, abi, asetäitja
βοηθός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: apulainen, auttaja, apu, avustaja, luutnantti, varamies, viransijainen
βοηθός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pomoćni, naknada, pratilac
βοηθός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: asszisztens, varázsló, cinkostárs, tartozékos, adjunktus, segéd, helyettes
βοηθός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: asistentas, padėjėjas, pagalbininkas, pagalba
βοηθός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assistente, auxiliar, acessório, secundário, subsidiário, adjunto, ajuda, ajudante, auxílio, colaborador, socorro, lugar-tenente, reimplanto, substituto, suplente, tenente
βοηθός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: asistent, ajutor
βοηθός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: asistent, pomoč
βοηθός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: asistent
βοηθός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асистент, допоміжний, помічний, додатковий, другий, другорядний, маріонетка, мат, однокласник, підкріпити, підкріпляти, підсобний, підтримати, підтримувати, повторний, по-друге, помічник, прибічник, прислужник, секунда, співкурсник, співробітник, товариш, товаришка, учасник, вікарій, депутат, доручення, замісник, заступник, лейтенант, повноваження, уповноважений
βοηθός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: asystent, pomocniczy, pomocnik, zastępca
βοηθός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дапаможны, памочнік, намеснік
βοηθός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

βοηθός φυσικοθεραπείας, βοηθός ιατρικών εργαστηρίων, βοηθός λογιστή, βοηθός βρεφονηπιοκόμων, βοηθός εργοθεραπείας, βοηθός εκπλήρωσης, βοηθός μητρότητας, βοηθός φαρμακείου, βοηθός νοσηλευτικής γενικής νοσηλείας, βοηθός οδοντικής τεχνολογίας