lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βοηθητικός

Λεξικό: αγγλικά βοηθητικός
Μεταφράσεις: ancillary, dependent, secondary, second-rate, subordinate, substandard, accessory, assistant, auxiliary, subsidiary, supplementary, tributary
βοηθητικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: druhořadý, druhotný, nepodstatný, podřadný, podřízený, podružný, středoškolský, vedlejší, doplňující, náměstek, podpůrný, pomáhající, pomocník, pomocný, přídavný, přidělený, výpomocný, zástupce
βοηθητικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: sekundär, untergeordnet, untergeordneter, zweitrangig, behelfsmäßig
βοηθητικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: laverestående, sekundær, assistent
βοηθητικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: accesorio, inferior, subalterno, subordinado, auxiliar, sucursal
βοηθητικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accessoire, insignifiant, secondaire, subalterne, subordonné, adjoint, adjuvant, auxiliaire, auxiliateur, copilote, subsidiaire
βοηθητικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: secondario, sottoposto, accessorio, aiutante, assistente, ausiliare
βοηθητικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: laverestående, sekundær
βοηθητικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: второстепенный, вспомогательный, подсобный
βοηθητικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sekundär, biträdande, biträde, medhjälpare
βοηθητικός στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alainen, alempi, toisarvoinen, apulainen
βοηθητικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: inferior, secundário, subalterno, subordinado, acessório, assistente, auxiliar, subsidiário
βοηθητικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podrzędny, pomocniczy, posiłkowy
βοηθητικός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: помощник
βοηθητικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дапаможны
βοηθητικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abiline
βοηθητικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pomoćni
βοηθητικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cinkostárs, tartozékos
βοηθητικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: asistentas, padėjėjas, pagalbininkas
βοηθητικός στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: допоміжний, помічний
βοηθητικός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

βοηθητικός χώρος, βοηθητικόσ πάγκοσ κουζίνασ, βοηθητικός χώρος 4014, βοηθητικόσ συνώνυμα, βοηθητικός χώρος ε9, βοηθητικός στο στρατό, βοηθητικός αγγλικά