lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βλέπω

Λεξικό: αγγλικά βλέπω
Μεταφράσεις: contemplate, examine, inspect, view, watch, eye, fix, gaze, look, see, glance, survey, descry, glimpse, spot
βλέπω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hledět, hloubat, koukat, pohlédnout, pohlížet, posuzovat, pozorovat, přemítat, revidovat, rozjímat, spatřit, uvážit, vidět, chápat, nahlédnout, nahlížet, navštěvovat, pohled, uvidět, viz, vyhlížet, zažít, zrak, prohlédnout, prohlížet
βλέπω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anschauen, ansehen, anzusehen, beobachten, beschatten, besichtigen, schauen, sehen, sehn, umsehen, angesehen, blicken, gucken, geblickt, mustern, zuschauen, zusehen, gesehen
βλέπω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bese, betragte, syne, blik, glo, se, skue, åse
βλέπω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atisbar, catar, contemplar, inspeccionar, mirar, observar, requerir, ver, ojear
βλέπω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bornoyer, contempler, regarder, revoir, voir, dévisager, examiner, observer
βλέπω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: contemplare, guardare, mirare, sguardo, vedere, osservare
βλέπω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bese, besiktiga, betrakta, betrakte, iaktta, syne, titte, blikk, glo, øyekast, se, skue, titta, åse, øyne, råkas
βλέπω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: лицезреть, наблюдать, оглядывать, осматривать, смотреть, видеть, глядеть, поглядеть, посмотреть, видать, повидать, увидать, увидеть
βλέπω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åskåda, avsyna, begapa, bese, besiktiga, betrakta, blicka, se, titta, åse, skåda, råkas
βλέπω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аглядаць, глядзець, бачыць, пазіраць
βλέπω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nägema, vaatama
βλέπω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: katsella, katsoa, nähdä, harkita, tarkastella
βλέπω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megnézni, megtekinteni, néz, nézés, nézni, látni, meglát, meglátni
βλέπω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: stebėti, žiūrėti, matyti
βλέπω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: catar, contemplar, inspeccionar, mirar, observar, olhar, ver, presenciar, vislumbrar
βλέπω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: gledati, videti
βλέπω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бачити, виконайтеся, вчинити, вчиняти, дивитися, дивіться, дослідіть, зайнятися, зробити, оглядати, оглянути, перевірити, побачити, робити, вид, годинник, дивити, дивитись, доглядати, панорама, перегляд, переглянути, пильнувати, погляд, пропустити, розглядати, розглянути, спостерігати, управляє
βλέπω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oglądać, patrzeć, patrzyć, popatrzeć, przyglądać, widzieć, zobaczyć
βλέπω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shikoj, shoh
βλέπω στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gledati, vidjeti
βλέπω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

βλέπω κύκλους, βλέπω το θάνατό σου, βλέπω κάτι όνειρα, βλέπω συνώνυμα, βλέπω κάτι όνειρα στίχοι, βλέπω τον θάνατο σου 4, βλέπω στον ύπνο μου αφροδίτες, βλέπω θολά, βλέπω μυγάκια, βλέπω θολά από το ένα μάτι