lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βλάκας

Λεξικό: αγγλικά βλάκας
Μεταφράσεις: billow, blockhead, bonehead, dunderhead, fathead, idol, jackass, moron, nitwit, snowman, twit, booby, idiot, juggins, loggerhead, numskull, twerp, absurd, asinine, ass, crass, daft, dumb, fatuous, foolish, footling, gormless, inept, insane, insipid, muddleheaded, muddle-headed, mute, nuts, obtuse, pigheaded, silly, sodden, stupid, wacky, yokel, yoyo, clueless, dullard, dunce, fool, goof, loon, macaroni, nincompoop, ninny, softy, cully, noodle, simpleton, sot, blithering, dope, lamer, oaf, prick, yuk, halfwit, half-wit, zany
βλάκας στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bůžek, idol, modla, vlna, hlupák, pitomý, vůl, absurdní, absurdnost, bambula, bláznivý, blbý, hloupý, hlupáček, nesmyslný, omezený, pošetilý, šílený, směšný, stupidní, tupý, šašek, trdlo
βλάκας στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgott, idol, lümmel, schneemann, tölpel, welle, woge, wolke, dummkopf, dusel, idiot, kamel, schwachkopf, tor, trottel, absurd, albern, blöd, blödsinnig, doof, dumm, einfältig, lächerlich, närrisch, töricht, unklug, unsinnig, wahnsinnig, widersinnig, narr, dummerjan, pinsel
βλάκας στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ídolo, ola, oleada, idiota, imbécil, tonto, absurdo, bruto, estólido, estúpido, fatuo, mentecato, necio, ñoño, ridículo, torpe, zopenco, baboso, bestia, burro, calabaza, leño
βλάκας στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: idole, crétin, huître, idiot, imbécile, ramolli, tourte, absurde, benêt, bêta, bête, insensé, jobard, moutonnier, niais, nigaud, ridicule, sot, stupide, âne, baudet, bestiasse, brute, bûche, buse, butor, cantaloup, gille, lourdaud, pierrot, souche, dupe, job, idiote, ganache
βλάκας στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: idolo, beota, idiota, assurdo, balordo, dissennato, insulso, melenso, ridicolo, scemo, sciocco, stolto, stupido, asino, baccalà, fesso, imbecille, babbeo
βλάκας στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avgud, drummel, snøgubbe, dåre, dumrian, fjols, narr, naut, nøt, tåpe, tosk, absurd, dum, fåret, larvig, latterlig, narraktig, tåpelig, tokig, tungnem, vanvittig, dåsemikkel, tok, tulling, idiot
βλάκας στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кумир, снеговик, дурак, дуралей, дурачина, дурачок, дурень, олух, слабоумный, безумный, бессмысленный, бестолковый, глуп, глупы, глупый, дурацкий, недоумки, недоумок, нелепый, тупой, глупец, глупыш, идиот
βλάκας στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avgud, drummel, snögubbe, dåre, fjols, narr, natt, nöt, absurd, dum, enfaldig, fånig, fåret, larvig, löjlig, narraktig, orimlig, tokig, tok, idiot
βλάκας στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dallgë, marrë
βλάκας στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кумир
βλάκας στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ebajumal, idioot, absurdne, loll, rumal
βλάκας στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäjumala, idiootti, hölmö, hullu, hullunkurinen, järjetön, mieletön, mielipuoli, tyhmä, tylsä, houkkio
βλάκας στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: idol, val, idiot, besmislen, lud, tup
βλάκας στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bálvány, bamba, buta, ostoba, idióta, tökfilkó, hülye
βλάκας στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dievaitis, stabas, idiotas, kvailys, silpnaprotis, absurdiškas, bukaprotis, kvailas
βλάκας στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ídolo, oleada, idiota, imbecil, parvo, absurdo, disparatado, estúpido, insano, ridículo, risível, tolo, tonto, asno, burro, acética
βλάκας στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вал, кумир, блазень, дурень, дурисвіт, дурний, колода, комірка, латка, обдурити, обдурювати, осел, ослабити, ослабляти, підірвати, підривати, послабити, послаблювати, простак, сік, сова, абсурдний, акуратний, безвинний, безглуздий, безневинний, безтурботний, витончений, вишуканий, гарний, гарно, глупий, грубий, густий, гусячий, красивий, лагідний, мавпячий, милий, напівсирий, невинний, невинуватий, незграбний, необачний, необдуманий, ослячий, приємний, простодушний, ретельний, рясний, симпатичний, тактовний, телячий, тремтячий, тупий, хороший, цнотливий, щільний, бичок, гусак, дурніти
βλάκας στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bałwan, dureń, głupi, głupiec, głuptas, idiota, półgłówek
βλάκας στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dåre, dumrian, fjols, idiot, imbecil, kretiner, narre, absurd, dum, fåret, latterlig, meningsløs, tåbelig, tungnem, urimelig, vanvittig, tåge, tumling, torsk
βλάκας στα δανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дурань, ёлуп, ёлупень, бязглузды, дурны, недарэчны, дурнець
βλάκας στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: prost
βλάκας στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: neumen, bedak
βλάκας στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hlupák, idiot
βλάκας στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

βλάκας ετυμολογία, βλάκας συνώνυμα, βλάκας με περικεφαλαία, βλάκας ρητά, βλάκας αποφθέγματα, βλάκας slang, βλάκας ορισμός, βλάκας ηλίθιος, είσαι βλάκασ, χριστόφιας βλάκας