lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βελτιώνομαι

Λεξικό: αγγλικά βελτιώνομαι
Μεταφράσεις: accomplish, ameliorate, develop, improve, perfect, refine, train, adjust, advance, amend, amends, chastise, correct, emend, mark, mend, reclaim, rectify, reform, revise, stoke, enhance, meliorate, revamped, upgrade
βελτιώνομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vylepšit, zdokonalit, zdokonalovat, zlepšit, zlepšovat, zušlechtit, doplnit, kárat, korigovat, nahradit, napravit, narovnat, opravit, opravovat, pokárat, potrestat, pozměnit, spravit, spravovat, trestat, upravit, usměrňovat, vyspravit, zašít, zúrodnit, zušlechťovat
βελτιώνομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verbessern, vervollkommnen, berichtigen, bessern, korrigieren, reparieren
βελτιώνομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forbedre, bedre, korrigere, reparere, rette
βελτιώνομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: perfeccionar, arreglar, corregir, encarnecer, enmendar, mejorar, mejorarse, rectificar, reparar, abonar, beneficiar, bonificar
βελτιώνομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: améliorer, perfectionner, amender, corriger, raccommoder, rajuster, ramender, rectifier, réparer, retaper, retoucher, abonnir, bonifier, épurer
βελτιώνομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: migliorare, perfezionare, accomodare, aggiustare, assettare, correggere, emendare, rettificare, riparare, ritoccare, raffinare
βελτιώνομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forbedre, bedre, bøte, korrigere, korrigert, laga, reparere, rette, stega
βελτιώνομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: совершенствовать, улучшать, выпрямлять, исправлять, оправлять, поправлять
βελτιώνομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bättra, förbättra, fullkomna, korrigera, laga, reparera, stegra
βελτιώνομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: täiustama, paikama
βελτιώνομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jalostaa, kehittää, korjata, parantaa, kurittaa, oikoa, tarkistaa
βελτιώνομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poboljšati, popraviti
βελτιώνομαι στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aperfeiçoar, melhorar, consertar, corrigir, emendar, pejorar, rectificar, reparar, bonificar
βελτιώνομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: îmbunătăţi
βελτιώνομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: doskonalić, poprawiać, ulepszać
βελτιώνομαι στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: коригирам
βελτιώνομαι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kijavít, kijavítani, megjavítani, tökéletesíteni
βελτιώνομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popraviti
βελτιώνομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паляпшаць
βελτιώνομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: більша, викорінювати, викоріняти, коректувати, краща, краще, кращий, ліпший, меліорувати, перетворення, піднести, підніміть, підносити, покращтеся, покращувати, поліпшення, поліпшити, поліпшитися, поліпшіть, поліпшувати, поліпшуватися, поправити, поправляти, реформа, реформувати
βελτιώνομαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

βελτιώνομαι αντιθετο, βελτιώνομαι συνώνυμα