lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βεβαιότητα

Λεξικό: αγγλικά βεβαιότητα
Μεταφράσεις: assertion, assurance, certainty, certitude, confidence, dependability, reliability, security, self-confidence, sureness, surety, trustworthiness
βεβαιότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezpečí, bezpečnost, jistota, pevnost, pojištění, sebedůvěra, sebejistota, spolehlivost, ujištění, určitost, zabezpečení, záruka
βεβαιότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewissheit, sicherheit, versicherung, zusicherung
βεβαιότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bestemthed, forsikring, sikkerhed, visset
βεβαιότητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: certeza, certidumbre, firmeza, pulso, seguridad, seguro, tiento
βεβαιότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assurance, certitude, compagnie, consistance, évidence, fermeté, sécurité, solidité, sûreté
βεβαιότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assicurazione, baldanza, certezza, evidenza, sicurezza
βεβαιότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bestemthet, forsikring, forvissning, sikkerhet, trygghet, visshet
βεβαιότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безопасность, надежность, надёжность, определенность, определённость, уверенность
βεβαιότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: säkerhet, visshet
βεβαιότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: сигурност
βεβαιότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: упэўненасць
βεβαιότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: julgeolek
βεβαιότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: itseluottamus, itsevarmuus, turvallisuus, vakuus, vakuutus, varmuus
βεβαιότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bizonyosság, biztosítás, biztosság
βεβαιότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apsauga, saugumas
βεβαιότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: certeza, segurança, seguro
βεβαιότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: certitudine
βεβαιότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: varnost
βεβαιότητα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безпека, впевненість, гарантія, довіра, забезпечення, запевнення, запорука, затвердження, захист, мусити, мусить, надійність, охорона, певність, переконаність, переконання, повинен, повинний, полягання, порука, поручительство, ствердження, стверджування, страхування, упевненість
βεβαιότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pewność
βεβαιότητα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βεβαιότητα συνώνυμα, βεβαιότητα ορισμος, βεβαιότητα μετάφραση, βεβαιότητα λεξικό