lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βασανίζω

Λεξικό: αγγλικά βασανίζω
Μεταφράσεις: afflict, agonize, beset, bother, exasperate, gnaw, harass, hassle, heckle, lacerate, mortify, nag, rankle, tantalize, torment, vex, worry, wrack, torture, harrow, oppress, tire, toil, weary
βασανίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dotírat, dráždit, hněvat, mořit, mrzet, mučit, obtěžovat, otravovat, ponížit, sekýrovat, škádlit, soužit, sužovat, trápit, trýznit, týrat, zavalit, zlobit, znepokojovat, ničit, nudit, trmácet, unavit, unavovat
βασανίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: peinigen, placken, plagen, quälen, schurigeln, foltern, abgequält, abmühen, anstrengen, ermüden, gequält, geschunden, martern
βασανίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forulempe, mobbe, pine, plage, senere, martre
βασανίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acosar, acribillar, ahogar, atormentar, atornillar, maltratar, roer, torturar, atontar, cansar, fastidiar, fatigar, hartar, heder, martirizar, moler
βασανίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agonir, angoisser, bourreler, chiffonner, harceler, importuner, lutiner, maltraiter, mécaniser, obséder, peiner, pistonner, talonner, tenailler, torturer, tourmenter, tracasser, tyranniser, vexer, martyriser, briser, essouffler, excéder, fatiguer, harasser, lasser, sabouler
βασανίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affannare, importunare, molestare, straziare, tormentare, torturare, vessare, affaticare, affaticarsi, martirizzare, seccare, stancare, stancarsi
βασανίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bråk, bry, ergre, forulempe, gnage, mobbe, pine, plage, sjenere, martre, pina, trøtt, trøtta
βασανίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: докучать, мучить, терзать, истязать, изматывать, изнурять, томить
βασανίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bråk, bry, plage, marter, pina, trött, trötta
βασανίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shqetësoj, lodh
βασανίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мучыць, рваць
βασανίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahdistaa, haitata, harmittaa, hätyyttää, kiduttaa, kiusata, piinata, vaivata, kyllästyttää, väsyttää
βασανίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyötörni, kínozni, zaklat, kínzás
βασανίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afligir, atormentar, roer, supliciar, torturar, cansar, martirizar
βασανίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гризніть, заворожіть, мучити, рвоніть, точити
βασανίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dręczyć, katować, męczyć
βασανίζω στα πολωνική »