lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βαθύς

Λεξικό: αγγλικά βαθύς
Μεταφράσεις: exhaustive, profound, solid, thorough, deep, deep-seated, intrinsic, penetrating, sound, thoughtful, base, briefer, low, low-down, lowly, short, smallness, stunted, tubby, undersized, composed, considerable, demure, earnest, grave, grievous, gross, heavyweight, mournful, reputable, serious, severe, solemn, staid, stern, substantial, wistful
βαθύς στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důkladný, hluboký, úplný, pronikavý, těžký, vážný, vnitřní, dolní, krátký, malý, mrzký, nešlechetný, nízko, nízký, podlý, prostě, spodek, stručný, tichý, úpatí, vulgární, drsný, důstojný, hrubý, opravdový, přísný, solidní, strohý, usedlý
βαθύς στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: durchgreifend, grundlegend, gründlich, tickt, tief, klein, kurz, nieder, niedrig, ansehnlich, beachtenswert, ernst, ernsthaft, ernstlich, gesetzt, hart, seriös, streng
βαθύς στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dyb, dybsindig, grundig, dyp, inder, suppetallerken, tung, gemen, kort, låg, lav, ussel, alvorlig, grav, graverende, seriøs, streng, vigtig
βαθύς στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: hondo, profundo, radical, grave, intenso, íntimo, pesado, bajo, pequeño, vil, considerable, enorme, entidad, formal, seriamente, seriedad, serio, severo, solemne
βαθύς στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: approfondi, foncier, profond, radical, creux, grave, intime, bas, bref, petit, vil, digne, posé, sérieux, sévère
βαθύς στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: profondo, fondo, grave, basso, capitale, grosso, madornale, rilevante, serietà, serio, severo
βαθύς στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dypsindig, gjennomgående, grundig, inngående, djup, dyp, inder, sjelfull, suppetallerken, tung, gemen, kort, låg, lav, liten, ussel, alvorlig, grav, graverende, seriøs, streng
βαθύς στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: глубокий, основательный, глубок, глубокомыслен, глубокомысленный, небольшой, невысокий, низкий, низкоросл, низкорослый, низмен, низменный, низок, важный, мучительный, респектабелен, респектабельный, серьезен, серьезный, серьёзный, степенен, степенный, строгий
βαθύς στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: grundig, grundlig, ingående, omfattande, uttömmande, djup, innerlig, själfull, tung, låg, lav, allvarlig, allvarsam, ansenlig, betänklig, elakartad, grav, seriös, svår
βαθύς στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: глыбокi, глыбокі, нiзкi, нізкі, панчоха, паважны, сталы
βαθύς στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sügav, madal
βαθύς στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: perinpohjainen, perusteellinen, syvä, alava, alhainen, halpamainen, kurja, matala, ankara, kova, tärkeä, törkeä, totinen, vakava
βαθύς στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alapos, beható, mély, alacsony, alacsonyan, kis, szigorú
βαθύς στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: entranhado, profundo, acerbo, grave, penetrante, baixo, cobarde, vil, austero, categorizado, formal, importante, rígido, sério, severo, sisudo
βαθύς στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gruntowny, głęboki, niski, poważny
βαθύς στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dubok, mali, nizak, ozbiljan, strog, važan
βαθύς στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gilus, žemas, griežtas, rimtas
βαθύς στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hlboký, vážny
βαθύς στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бездонний, вкорінений, глибокий, гострий, ґрунтовний, звук, звучати, здоровий, різкий, сильний, справний, база, базувати, бас, басовий, брутальний, ганебний, жалюгідний, значити, знижений, мерзотний, могила, невеликий, невисокий, негідний, недостатній, нечестивий, низький, низько, ношений, обшарпаний, огидний, означати, основа, підлий, підніжжя, підстава, пінистий, поважний, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, середина, середній, серйозний, слабкий, сумний, фальшивий, червивий, завдаток, запорука, порука, скромний, статечний, стриманий, урочистий
βαθύς στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: jos, serios
βαθύς στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

βαθύς κλίση, βαθύς καθαρισμός προσώπου, βαθύς καθαρισμός προσώπου στο σπίτι, βαθύς ύπνος, καθώς συνώνυμα, βαθύς καθαρισμός, βαθύς καθαρισμός προσώπου και μαύρα στίγματα, βαθύς βαθιά βαθύ, βαθύς συνώνυμο