lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βαθμός

Λεξικό: αγγλικά βαθμός
Μεταφράσεις: appraisal, appraisement, appreciation, assessment, assignment, criticism, estimate, estimation, evaluation, grade, mark, opinion, rating, score, view, degree, extent, level, rank, stair, standard, step
βαθμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bonitace, daň, dávka, hodnocení, mínění, názor, ocenění, odhad, ohodnocení, poplatek, posouzení, posudek, rozsudek, účet, úsudek, známka, hladina, hodnost, libela, míra, patro, pořadí, postavení, řada, rovina, šarže, schod, stupátko, stupeň, třída, úroveň
βαθμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abschätzung, auswertung, beurteilung, bewertung, note, schätzung, wertschätzung, wertung, zensur, auftritt, charge, grad, niveau, rang, staffel, studium, stufe, treppe, treppenstufe, tritt
βαθμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bedømmelse, beregning, berøm, dom, granskning, karakter, overslag, vurdering, etape, grad, højde, niveau, rang, stadsdel, steg, trappe, trin
βαθμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apreciación, aprecio, calificación, estimación, evaluación, escalón, estribo, grada, grado, marco, nivel, nota, rango, tasa
βαθμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appréciation, estimation, évaluation, jugement, note, taxe, verdict, degré, échelon, grade, gradin, lieutenance, marche, marchepied, niveau, période, rang, stade, superlatif, taux
βαθμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accertamento, apprezzamento, conto, estimo, giudizio, stima, valorizzazione, valutazione, fila, gradino, grado, livello, rango, riga, scalino, schiera
βαθμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bedømmelse, bedømning, beregning, berøm, dom, granskning, karakter, overslag, vurdering, betyg, etappe, grad, hakk, monn, rang, stadsdel, steg, trappetrinn, trinn
βαθμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отзыв, отметка, оценка, балл, градус, звание, подножка, ряд, степень, ступень, уровень
βαθμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bedöma, bedömning, beräkning, beröm, granskning, överslag, betyg, grad, karakter, mån, rang, stadsdel, steg, trion
βαθμός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mendim, gradë, shkallë
βαθμός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отметка, оценка, градус, стандарт
βαθμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ацэнка, градус, прыступка, стопень, ступень
βαθμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arviointi, arviolaskelma, arvostelu, laskeminen, tuomio, arvoasema, arvoaste, askelma, aste, jono, porras, rivi, taso
βαθμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: procjena, stupanj
βαθμός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becslés, bírálat, értékelés, felbecsülés, megbecsülés, osztályzat, fok, mérték
βαθμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pažymys, laipsnis, laiptelis, lygis, lygmuo, pakopa
βαθμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aprecio, avaliação, estimativa, evacuariam, julgamento, classe, degrau, escada, escalão, fila, fileira, grada, grado, graduação, grau, linha, marco, nível, pedalo, posto, ranjo
βαθμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, діагноз, думка, знак, інвентаризація, марка, мітка, обкладання, ознака, оцінка, оцінювання, позначати, позначення, позначити, позначка, помічати, прикмета, рейтинг, слід, сума, штамп, висота, височина, вишикувати, вишикуватися, градація, градус, звання, зріст, категорія, кидати, кидок, кинути, клас, класифікувати, крок, крокувати, курс, луска, лущити, лущитися, масштаб, міра, нахил, норма, оцінити, оцінювати, падіння, підніматися, піднятися, потужність, пропорція, протяжність, розглянути, розмір, розряд, розташовувати, розташувати, розцінка, ряд, ставка, степінь, ступати, ступінь, схил, східці, тариф, хода, ціна, чин, швидкість, шикувати, шикуватися, шкала, щабель
βαθμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ocena, stopień
βαθμός στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kraad
βαθμός στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stupeň
βαθμός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

βαθμός πτυχίου, βαθμός τεστ δεξιοτήτων, βαθμός πίνακα, βαθμός ελευθερίας, βαθμός ενεργειακής απόδοσης (eer), βαθμός απόδοσης λέβητα, βαθμός πρόσβασης, βαθμός ελευθερίας στατιστική, βαθμός απόδοσης, βαθμός κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών