lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βίαιος

Λεξικό: αγγλικά βίαιος
Μεταφράσεις: boisterous, bounce, fierce, forcible, gusty, hasty, heady, irresistible, keen, outrageous, passionate, plunge, rampant, rude, savaged, sharp, steep, stormy, sudden, tearaway, truculent, turbulent, vehement, violent, wild, athletic, beefy, brawny, fast, forceful, healthy, hearty, heavy, high, intense, lusty, potent, powerful, robust, sinewy, stalwart, steady, stiff, stout, strong, strongman, strong-willed, sturdy, swingeing, wiry
βίαιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bouřlivý, bujný, bystrý, dravý, lítý, náruživý, násilnický, násilný, ostrý, příkrý, pronikavý, prudký, rychlý, špičatý, vášnivý, vehementní, vznětlivý, zanícený, živý, zuřivý, bujarý, energický, hřmotný, hustě, hustý, konstantní, korpulentní, mocný, mohutný, mužný, pevnost, pevný, podsaditý, potentní, působivý, rozhodný, silně, silný, stálý, statný, tlustý, trvalý, tuhý, účinný, velký, velmi, výkonný, zavalitý, zdatný, zdravý, značný
βίαιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewaltsam, grimmig, heftig, hitzig, rapid, scharf, stürmisch, ungestört, ungestüm, wütend, fest, gesund, gewaltig, haltbar, handfest, hochgradig, kräftig, kraftvoll, mächtig, massiv, robust, rüstig, solide, stämmig, stark, wirksam, wirkungsvoll, wuchtig
βίαιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: has, heftig, ivrig, kraftig, livlig, skarp, strid, voldsom, bastant, fast, handlekraftig, høj, intens, intensiv, massiv, robust, stærk, stork, tyk
βίαιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agudo, apasionado, arrebatado, borrascoso, brusco, furioso, impetuoso, impulsivo, torrencial, vehemente, violento, alto, brioso, duro, firme, fornido, fuerte, intenso, macho, macizo, poderoso, potente, pujante, robusto, sólido, tieso, vigoroso
βίαιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adurent, aigu, ardent, carabiné, e, emporté, enragé, frénétique, fulgurant, furieux, impétueux, orageux, passionné, rapide, tortionnaire, véhément, vif, violent, balèze, constant, costaud, dru, énergique, fort, gros, héroïque, intense, nerveux, puissant, robuste, solide, stentor, valide, vigoureux, viril, volcanique
βίαιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acerbo, acuto, appassionato, ardente, arrabbiato, brusco, dirotto, furibondo, furioso, impetuoso, passionale, precipitoso, prepotente, tempestoso, veemente, violento, vivo, compatto, consistente, costante, energico, forte, gagliardo, intensivo, intenso, poderoso, possente, potente, robusto, saldo, tenace, valido, vigoroso
βίαιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amper, has, heftig, ivrig, livlig, skarp, strid, vass, voldsom, bastant, fast, handlekraftig, iherdig, intens, intensiv, kraftig, massiv, robust, sterk, stø, stork, sunn
βίαιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: буйный, бурный, жестокий, насильственный, неистовый, острый, дюжий, здоровый, крепкий, могущественный, мощный, силен, сильный
βίαιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amper, häftig, ivrig, livlig, skarp, skärva, spetsig, strid, våldsam, vass, bastant, intensiv, kraftig, robust, stark
βίαιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бурлівы, бурны, дужы, здаровы, мажны, моцны
βίαιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vägivaldne, tugev
βίαιος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hillitön, kiihkeä, kiivas, raivoisa, terävä, tuikea, vihainen, luja, mahtava, roima, roteva, tanakka, tukeva, vahva, väkevä, voimakas
βίαιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bijesan, čvrst, debeo, energičan, jak, snažan, tvrd, zdrav
βίαιος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ádáz, erőszakos, hirtelen, erős, nagyfokú
βίαιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: smarkus, smurtinis, galingas, grynas, kietas, stiprus, tvirtas
βίαιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acre, agudo, aprisionado, arrebatado, borrascoso, brusco, desaforado, fulo, raivoso, ríspido, tempestuoso, tumultuoso, violento, alto, demasiado, esperto, estrépito, firme, forte, intenso, membrudo, poderoso, potente, pujante, rijo, robusto, sólido, toro, torrente, vendaval, vigoroso
βίαιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pătrunzător, violent
βίαιος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатий, брутальний, бурхливий, важкий, вулканічний, грубий, масивний, міцний, навальний, невихований, необроблений, непристойний, нерівний, нестямний, образливий, поривчастий, різкий, сирий, суворий, тяжкий, шалений, шерехатий, шершавий, шорсткий, штормовий, шумливий, буйний, вагомий, важко, висока, високий, високо, впливовий, гідний, гостра, гостре, гострий, ґрунтовний, дійовий, дужий, енергійний, жорсткий, жорстокий, звук, звучати, здатний, здоровий, змужнілий, інтенсивний, напружений, насильний, насильницький, негнучкий, нервовий, нервуючий, підходити, побудка, потужний, придатний, припадок, розколення, розпалювання, сильний, сильнодіючий, складний, соковитий, справний, стислий, стійкий, твердий, тугий, тяжко, чистокровний, яскравий
βίαιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gwałtowny, silny
βίαιος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fortë
βίαιος στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: močan
βίαιος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

βίαιος θάνατος του μπερνάρντο μπερτολούτσι, βίαιος διδάσκαλος ο πόλεμος, βίαιος σύντροφος, βίαιος θάνατος μπερτολούτσι, βίαιος σταυροφόρος, βίαιος αύγουστος, βίαιος συνώνυμα, βίαιος πατέρας, βίαιοσ θάνατοσ 17χρονησ από βαφή μαλλιών, βίαιος σταυροφόρος trailer