lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βία

Λεξικό: αγγλικά βία
Μεταφράσεις: outrage, rape, violence, abruptness, boisterousness, fierceness, fiercer, impetuosity, precipitation, rapidity, turbulence, vehemence, cardinality, force, harder, might, power, strength, constraint, agency, brunt, forcefulness, highness, lustiness, nerve, poignancy, puissance, sinew, importune
βία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: násilí, násilnost, prudkost, znásilnění, bouřlivost, dravost, vášeň, vášnivost, zuřivost, kapacita, moc, moci, mocnost, mohutnost, pevnost, platnost, pravomoc, schopnost, síla, smět, účinnost, vliv, donucení, nátlak, přinucení, stísněnost, energie, intenzita, kousavost, nerv, síly, šlacha, štiplavost, sžíravost, donucovat, donutit, nutit, překroutit, přinutit, vnucovat, vnutit, vynutit, vypáčit
βία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewalt, gewalttat, gewalttätigkeit, heftigkeit, vergewaltigung, gewaltsamkeit, schärfe, bann, energie, kraft, leistung, macht, potenz, stärke, vermögen, wucht, übermacht, erzwingen, erzwungen, zwingen
βία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: vold, voldsomhed, voldtægt, åndsevne, autoritet, effekt, fastet, hold, kraft, magt, mat, styrke, vende, tvang, drivkraft, must, nerve, ork, tvinge
βία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desafuero, fuerza, violación, violencia, dominación, dominio, firmeza, fortaleza, poder, potencia, agresión, brío, energía, ímpetu, intensidad, vigor, forzar
βία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: viol, violence, furie, impétuosité, véhémence, vivacité, autorité, bras, capacité, énergie, flotte, force, grandeur, pouvoir, puissance, robustesse, trempe, vigueur, contrainte, faculté, forces, intensité, mordacité, nerf, pesanteur, poigne, sève, traction, virilité, virtualité, astreindre, contraindre, extorquer, forcer
βία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: stupro, violenza, energia, forza, potenza, potere, vigore, animo, nerbo, nervo, costringere, forzare
βία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: vold, voldtekt, åndsevne, autoritet, dyktighet, effekt, fasthet, hold, kraft, makt, styrka, styrke, velde, overmakt, tvang, drivkraft, must, nerve, ork, avtvinga, tvinge
βία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жестокость, изнасилование, насилие, стремительность, могущество, сила, уйма, энергия, способность, вынудить
βία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: våld, effekt, fasthet, kraft, makt, styrka, tvang, must, ork, avtvinga
βία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhunë, forcë, pushtet, detyroj
βία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: насилие, могъщество, мощ, сила
βία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ägedus, vägistamine, vägivald, vägivaldsus, jõud, tugevus, vägevus, vägi
βία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: raiskaus, rajuus, väkivalta, mahtavuus, mahti, pakko, saattaa, valta, voima, pystyä, teho, väkevyys, pakottaa
βία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nasilje, moć, sila, snaga, moći, prevagnuti, sposobnost, prisiliti
βία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: erőszak, kényszer, repce, indulatosság, zabolátlanság, energia, erő, hatalom, hatvány, teljesítmény, bírni, képesnek, lenni, tud, tudni
βία στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: furna, violais, violência, celeridade, rapidez, força, fortaleza, intensidade, poder, potencia, potência, vigor, energia, ímpeto, citar, ditar, impar, impor, obrigar
βία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: znásilnenie, výkon, sila
βία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: засилля, насилля, насильство, примушування, сила, імпульс, навальність, поштовх, стрімкість, агентство, агенція, бюро, велич, виразність, вудка, вудочка, гідність, глибина, гучність, дія, доброчесність, достоїнство, енергетичний, енергія, жвавість, інтенсивність, міцність, міць, могутність, наголос, наголошення, напруження, потенція, прагнення, представництво, прут, рука, стержень, стрижень, том, цінність, чеснота, примус, примушення, обсяг, отруйність
βία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gwałt, gwałtowność, moc, przemoc, siła, wymusić
βία στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: імклівасць, сіла
βία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: galia, jėga, smurtas
βία στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: forţă
βία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: lahko
βία στα σλοβενική »