lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βήχω

Λεξικό: αγγλικά βήχω
Μεταφράσεις: cough
βήχω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kašel, kašlání, kašlat
βήχω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: husten, hüsteln
βήχω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hoste
βήχω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: tos, toser
βήχω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: tousser, tousserie, toux
βήχω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: tosse, tossire
βήχω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hosta, hoste
βήχω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кашель, кашлять
βήχω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hosta, hyste
βήχω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kollë
βήχω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кашаль, кашляць
βήχω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: köhima
βήχω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rykiä, rykiminen
βήχω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kašalj
βήχω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: köhintés, köhögés
βήχω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kosėti, kosulys
βήχω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: tos, tossir
βήχω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kašeľ
βήχω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кашель, кашляти, обруч
βήχω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kaszel, kaszleć
βήχω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βήχω και ξεροβήχω, βήχω όταν ξαπλώνω, βήχω στα αγγλικά, βήχω στα γαλλικα, γιατί βήχω