lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάφω

Λεξικό: αγγλικά βάφω
Μεταφράσεις: colour, decorate, depict, limn, paint, picture
βάφω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: barvit, krášlit, kreslit, líčit, malovat, nabarvit, nalíčit, namalovat, natírat, natřít, okrášlit, omalovat, popisovat, popsat, vykreslit, vylíčit, vymalovat, vyobrazit, zastírat
βάφω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbilden, anstreichen, bemalen, malen, streichen
βάφω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskrive, male
βάφω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afeitar, maquillarse, pintar
βάφω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: badigeonner, farder, maquiller, peindre, peinturer, plâtrer
βάφω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dipingere, pitturare, truccarsi, verniciare
βάφω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avbilde, beskrive, farge, måla, male, stryka
βάφω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выкрашивать, красить, окрашивать, разрисовывать, рисовать
βάφω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: färglägga, måla, maple, stryka
βάφω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbukuroj
βάφω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: маляваць, рысаваць
βάφω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maalata
βάφω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: slikati
βάφω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ábrázolni, festék, festeni, mázolni
βάφω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pincelar, pintar
βάφω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зображати, зображувати, зобразити, зобразіть, малювати, описати, описувати
βάφω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: malować
βάφω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

βάφω αυγά, βάφω το σπίτι μου, βάφω παλιά έπιπλα, βάφω το σπίτι, βάφω έπιπλα, βάφω αυγά με κρεμμύδια, βάφω μόνος μου, βάφω μόνος μου το σπίτι, βάφω γλάστρες, βάφω αυγά με παντζάρια