lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάρβαρος

Λεξικό: αγγλικά βάρβαρος
Μεταφράσεις: barbarian, savage, farouche, ferocious, fierce, haggard, natural, savaged, truculent, wild, wildcat, atrocious, cruel, cruelty, grim, sanguinary, tyrannous
βάρβαρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: barbar, barbarský, divoký, hrubý, necivilizovaný, surovec, brutální, divoch, divošský, divý, krutý, plachý, přírodní, surový, vyjevený, hrozný, krvavý, nelidský, neurvalý, ohavný, příšerný, strašný, tuhý, ukrutný
βάρβαρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: barbar, barbarin, wilde, barbarisch, grausam, grimmig, menschenscheu, rabiat, wild, wüst, wütend, wilder, scheußlich, unbändig
βάρβαρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: barbar, barbarisk, grusom, vild, bidsk, bister, kådt, vilter
βάρβαρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bárbaro, bravo, campestre, cimarrón, feroz, fiero, furioso, salvaje, silvestre, acerbo, atroz, carnicero, cruel, desalmado, inhumano, sádico, sanguinario
βάρβαρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: barbare, brut, farouche, féroce, hagard, sauvage, truculent, vague, cannibale, atroce, brutal, cruel, joncer, maupiteux, rigoureux, sanglant
βάρβαρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: barbarico, barbaro, incivile, feroce, greggio, grezzo, rozzo, selvaggio, selvatico, truce, atroce, bestiale, crudele, efferato
βάρβαρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: barbar, barbarisk, bister, kåt, vill, vilter, villmann, grusom
βάρβαρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: варвар, дикий, жестокий, свирепый, дикарь, зверский, изуверский, кровавый
βάρβαρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: barbar, kåt, vild, vill, grym
βάρβαρος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: варвар, бязлітасны, жорсткі, люты, страшэнны
βάρβαρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: barbaari, julma, vauhko, villi, ankara
βάρβαρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: barbár, ádáz, vad, brutális, kegyetlen
βάρβαρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: barbaras, barbariškas, laukinis, žiaurus, nirtulingas, nuožmus
βάρβαρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bárbaro, cruel, desalmado, selvagem, bravio, feroz, furioso, gentio, atroz, inclemente, inumano
βάρβαρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: barbar, atroce, cruzime
βάρβαρος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: barbar, divoch, krutý
βάρβαρος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: варвар, дикий, чужоземець, брутальний, варварський, гострий, грубий, деспотичний, жахливий, жорстокий, кмітливий, невблаганний, нелюдський, несамовитий, нещадний, нищівний, обпалення, образливий, обурливий, отруйний, палючий, пекучий, потворний, похмурий, проникливий, різкий, сильний, суворий, хитрий, шалений, язичницький
βάρβαρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: barbarzyńca, dziki, dzikus, okrutny
βάρβαρος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: див
βάρβαρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: raevukas, julm
βάρβαρος στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: divlji, surov
βάρβαρος στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

βάρβαρος ετυμολογία, βάρβαρος εραστής, βάρβαρος συνωνυμο, βάρβαρος συνώνυμα, άγιος βάρβαρος, φυτό βάρβαρος, ευγενής βάρβαρος